Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Για κάποιον μες στον κόσμο είναι αργά


Κι ενώ μπορείς να τραβήξεις τη σκανδάλη σε εκείνο που σε δένει προτιμάς να την τραβήξεις στον ορίζοντα που θα σε πάει μακριά.

A.C.


Κοψε κομματια, ξανα κολλησε τα

σε εχω φτιαξει οπως σε θελω.

Κατι καλυτερο ηθελα να κανω με σενα

αλλα το 'φαγε ο χρονος.

Οταν σε δω ισως.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

πρΩτες χαρΑκιες






Jovedi, il 23 Febbraio 2006


Caro diario, Sono perduta.
Ho paura della vita. E' siempre la stessa.
Difficile.
Non posso vivere senza lui.
Voglio trovarlo. Adesso.
Adesso.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Ημερολογιο Καταστρωματος: Η μονη της ζωης του φωτογραφια


Λιγες ωρες πριν σαλπαρουμε για τα νησια Φεροες

αποφασιζω να κανω κατι που απεφευγα χρονια.

Μολις εχω συναντησει το πιο ομορφο κητος στον κοσμο

και αναρωτιεμαι ποτε αρχισαν καποια πραγματα οπως αυτο.

Καπου στα πρωτα χρονια στο σχολειο οταν εμενα ξυπνιος

ονειρευομουν με ανοιχτα τα ματια

οτι ζω πανω σε ενα τεραστιο ζωο, καποτε ανθρωπος

κλεισμενο σ’ ενα στενομακρο παραπηγμα

ανικανο να κινηθει.

Καποιες φορες εμπαινα μεσα του σαν τον Πινοκιο

κι ακολουθουσα τη ροη της θαλασσας.

Βεβαια ηταν και κατι ακομη.

Η συχνη παραποιηση των εικονων

και η κατασκευη φανταστικων.

Ετσι μπορει να αναφερω τη λεξη ‘κητος’ ή την πορεια στο χαρτη

και να μιλαω για κατι τελειως διαφορετικο.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

πουλί της αγωνίας


ένας πλησιόσαυρος κοιμήθηκε ανάμεσα στα μάτια μου
καθώς η μουσική καιγόταν σε μια λάμπα
και το τοπίο ένιωθε το πάθος του Τριστάνο και της Ιζόλδης.


το σώμα σου ταιριάζει στο δικό μου
όπως ένα χέρι ταιριάζει γύρω από ο,τιδήποτε θέλει να κρυφτεί.
γδαρμένο
μου έδειξε τους μύες σου από ξύλο
και τις ανθοδέσμες του πόθου
που μπορούν να γίνουν από τις φλέβες σου.

ακούσαμε το καλπασμό ενός βίσωνα που έτρεχε
ερεθισμένος
μέσα στο δέρμα μας που έτρεμε σαν τα φύλλα ενός κήπου
όλες οι κουβέντες για την αγάπη είναι ίδιες
όλες έχουν τις ντελιριακές τους συγχορδίες
μα η καρδιά έσπασε
από τη μουσική των εφήμερων αναμνήσεων
ύστερα έρχεται η προσευχή και ο άνεμος,
ο άνεμος που παραποιεί τους ήχους έως το σημείο
μιας γλυκύτητας από αίμα
από ουρλιαχτά που έγιναν σάρκα.

τι πόθος, τι επιθυμίες θρυμματισμένων θαλασσών
έγιναν νίκελ
ή ένα οικουμενικό τραγούδι αυτού που θα μπορούσε να είχε γίνει τραγωδία
θα γεννηθούν, πουλιά από τα ζευγαρωμένα μας χείλη
καθώς ο θάνατος εισχωρεί μέσα από τα πόδια μας;

επικρέμεται σαν γέφυρα από πέτρινα φιλιά,
χτύπησε μία η ώρα.
στις δύο πέταξε μακριά με τα χέρια του δεμένα πάνω στο στήθος του.
στις τρείς βούτηξε πιο βαθιά κι από τον θάνατο.
στις τέσσερις έτρεμε ήδη με το ξημέρωμα.
στις πέντε έκανε με διαβήτη τον κυκλικό πομπό της ημέρας.
στις έξι μπορούσαν να ακουστούν οι μικρές κατσίκες των Άλπεων.
που τις πήγαιναν για θυσία οι καλόγεροι.


Louis Bunuel

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα...


Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεων μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.


Νίκος Καρούζος

Τελικά, κάποιοι ξεπεσμένοι που κυκλοφορούν αδέσποτοι τις νύχτες, το μόνο που ζητούν είναι κάποιον να ξενυχτάει παρέα τους. Κι όταν τον βρουν δίνουνε μάχες για να τον κρατήσουν. Κι αν τον κρατήσουν αρχίζουνε να ζουν.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008

Εικονοπλαστης


Indecent Decency by Miuaw


Ανθρωποι που εχουν υπαρξει μονο μεσα στις εικονες τους.

Εικονες που συλλαμβανουν την κινηση

με σωματα σε ηλιθια σταση.

Σε μια φωτογραφια θελεις να καθεσαι ακινητος

εδω μεσα δεν μας ξερει κανεις

μπορουμε να λεμε οτι θελουμε χωρις να μας καταλαβαινουν.

Μοτσαρτ... Μοτσαρτ... ελα ‘δω

ξεχασες να ντυθεις

δεν αισθανεσαι αμηχανα να στεκεσαι χωρις ρουχα διπλα μου;


-Τι βλεπεις στον υπνο σου;

-Ειναι σκηνη απο κινηματογραφικη ταινια.

Δεν ξερω αν εχει γυριστει ακομη ή οχι.

Καποιος μπαινει στο σπιτι μου και δεν γνωριζει οτι εχει ερθει ξανα.

-Κατι μου θυμιζει. Ποιος απο τους δυο εισαι;

-Το μονο που ξερω ειναι οτι θα προτιμουσα να βγαλω

τον εγκεφαλο απο μεσα μου.

Εχω δει εκατομμυρια προσωπα.

Θα πρεπει να σταματησουν να φωτογραφιζουν,

τουλαχιστον προσωπα.

Μονο σωματα, σαν κι αυτο.

Ενας μικρος στηθοδεσμος.

Ενα στηριγμα περιττο, στολιδι περισσειο.

-Νομιζω θα ηταν καλυτερα αν το αφαιρουσαμε κι αυτο.

-Σιγουρα. Ας το χρησιμοποιησουμε για τελευταια φορα

και θα το εξαφανισουμε αμεσως μετα.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

Μένω εκτός


Ξεχνιέμαι κάποτε. Περνάνε εβδομάδες ολόκληρες που με πηγαινοφέρνουν από την κρεβατοκάμαρα με το γραφείο στο ημιτελές κουζινάκι που του λείπουν τα πλακάκια στο νεροχύτη. Να βάλω νερό για καφέ, να τραβήξω την κουρτίνα, να ανοιγοκλείσω το παράθυρο. Να ισιώσω την κουρτίνα. Να ταΐσω τις τρεις γάτες που απέμειναν να περιφέρονται στην αυλή λες και ξεπήδησαν από ποίημα του Πόε. Να κοιτάξω μηχανικά στο ταβάνι για κουνούπια. Να σκουπίσω το σκουπισμένο πάτωμα. Να σκεφτώ πάλι πως μας λείπει η μουσική σε αυτή τη γειτονιά (μόνο σε αυτή;). Να σκεφτώ πως σκέφτομαι πεζά κι εφηβικά. Να χαμογελάσω απ’ τ’ αριστερά και να ανακατέψω το νερό στην κούπα. Ύστερα να παγώσω και να επιστρέψω πάλι στη ζεστή κρεβατοκάμαρα με το γραφείο και να αλλάξω την γεμάτη κούπα με την άδεια. Μετά το μάτι μου θα πέσει στο πακέτο με τα χαρτιά που έδωσα όρκο πως θα τελειώσω. Κάποτε. Θα νιώσω βαρύς και άκεφος και πάλι δεν θα δουλέψω ενώ θα ξέρω πως αν σε κάθε ακεφιά έχανα κι από ένα ευρώ θα ήμουν ισόβια απ’ τα χρέη. Θα νιώσω τύψεις. Θα τα πιάσω για λίγο και θα τα ανοίξω μπας και…τίποτα. Πάλι στα κάτεργα η σκέψη. Ύστερα θα αρχίσουν να βαράν καμπάνες τα μηνύματα ή το msn για το πόσο γαϊδούρι είμαι που έχω χαθεί, που ζω με τα παράθυρα κλειστά, που δεν εργάζομαι, που δεν υπάρχω μες τους δρόμους, που δεν πάω σινεμά, που δεν με βλέπουν στις καφετέριες του νησιού μου, που άλλοι δεν με βλέπουν ούτε στις άλλες καφετέριες, που δεν με βλέπει πλέον ούτε ο Πειραιάς (εκεί να δεις), που δεν έχω πλέον σταθερό, που δεν με ζει το παρόν, που αγνοώ το μέλλον. Που μένω εκτός. Κι όλα αυτά ντυμένα με τον μανδύα του καθωσπρεπισμού και μπογιατισμένα με μια ευγένεια που κατάντησε ανιαρή. Αν και το ξέρω ίσως ποτέ να μην το παραδεχτώ με τη ζωή και την αλήθεια μου. Ίσως ποτέ να μην το εφαρμόσω. Κυρίως όταν και άλλοι (ίσως) θα εξαρτώνται από εμένα. Πως δηλαδή περνάνε οι μέρες κι εμείς γερνάμε κουρδισμένοι σαν ρολόγια γνωρίζοντας πως κάποτε θα ξεψυχήσουμε αγκαλιά τους.