Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

επιλογές.


ήταν άδικο.
ακόμα είναι. δεν μου είπατε ποτέ πως είχα την επιλογή της δικής μου επιλογής.
αυτό που θυμάμαι να ακούω αμυδρά πριν κλείσουν τελείως τα μάτια μου ήταν οι λέξεις, "δεν είναι ποτέ δική σου επιλογή.".
και έτσι ξύπνησα. με την ιδέα αυτή.
με τις επιλογές μου κρυμμένες στη σκιά των δικών σας. και δεν ξαναβγήκαν.
και τώρα τι;
μου λες ότι έχω την επιλογή;
ότι πάντα την είχα;
αυτό είναι άδικο... το ξέρεις.
γιατί είναι πλέον αργά.
οι επιλογές μου είναι χτισμένες πάνω στις δικές σας.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

άχρωμο - άοσμο - άγευστο - ξένο - δικό μου





I feed my belly with butterflies of sorrow
and sour blackberries
so that I can sleep serenely every dark night .
I cannot hear the song of your tears.
Tell them to speak louder..
my ears are broken.
My tongue is captured/I speak of dreams, only.
You can lick my eyes, there lies my simplest truth.
And you can bring me tulips, utterly red.
I float in the air, breathe me.
I don't exist,i am just the ink of your pen.

© alicia

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

elsewhere. where?

The words
in your letters
I couldn't decipher
Never allowed
to fall
for the sun
For the rain
is intended

for me


Come
on
dance
with
me

To the end of the world

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Λίγη.

κάτι φορές , φοβάμαι να κοιτάξω μέσα μου.
για να μην απογοητευτώ.
μα έτσι απογοητεύομαι χειρότερα.
έτσι με παίρνει η μπάλα. κι εμένα και τον άνθρωπο που έχω δίπλα μου.
και στο κλικ του λεπτού τα γαμάω όλα.
μα όλα.
και το μόνο θάρρος που βρίσκω, αρκεί για να αραδιάσω 5 γραμμές στην κούφια οθόνη ενός υπολογιστή.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Δεν βλέπω τίποτα.




Λοιπόν , δεν βλέπω τίποτα.

Έχουν φυτρώσει μαλλιά στα μάτια μου. Πως λέμε μάλλιασε η γλώσσα μου; Καμία σχέση.
Μάλλιασε το χέρι μου. Γράφοντας . Συχνά ασύνδετες μαλακίες και συχνότερα συνδεδεμένες μαλακίες.
Όπως τώρα.
Οι καλύτεροι και ανώτεροι τρόποι έκφρασης του ανθρώπου είναι το sex , η τέχνη και το γράψιμο. Δηλαδή το sex και το γράψιμο. Μαντέψτε τι δεν κάνω αυτή την στιγμή.
(...)
Όπως τώρα.
Όπως τώρα που βλέπω την εικόνα ενός επίδοξου ψυχαναλυτή να “χαμογελάει” διαβάζοντας.
Ο πιο επίδοξος όλων είναι(είμαι) όμως , εγώ ο ίδιος. Και “αναλύωντας” πάω.
Λοιπόν , δεν βλέπω τίποτα.
Η "αυτοψυχανάλυση" (στην οποία εμπαιχτικά και σαρκαστικά {για εμένα και όποιον άλλο}θα επιδοθώ) , έιναι στην ουσία αυτοκολακεία. Επιλεκτικά (δήθεν)”διαβλέπω, εισδύω, σαλεύω, καταπραύνω, εκφράζω, προσφιλεύω, αποδέχομαι, κατανοώ, κουβαλάω, απολύω, προσλαμβάνω, απολαμβάνω, διατυμπανίζω” και εν τέλει λέω πως (δήθεν) , λοιπόν , δεν βλέπω τίποτα.
Όλα αυτά ανθρώπινα και κατανοητά.
Ανάγκη και ενοχή , αυτοεπιβεβαίωση και αυτοσεβασμός, διαχείριση συμπλεγμάτων. ΕΓΩ.
Όπως τώρα.
Ένας blogger.
Ένα πελώριο Pseudoντιβάνι με αυτοψυχαναλούμενους.
Που δεν βλέπουν τίποτα.(δήθεν)
Ο άνθρωπος είναι μεγάλος ψεύτης. Γι'αυτό ανέπτυξε μυαλό.
Και για αυτό κρύβει το πρόσωπό του πίσω απο μαλλιά και πίσω από οθόνες.
Εκεί είναι και ο ψυχαναλυτής και ο ψυχαναλούμενος. Ο ερευνητής και η έρευνα. Ο μόνος και οι πολλοί.

Αληθινό "το", επίθ. Ευφυής ανθρώπινη σύνθεση, της επιθυμίας με την πραγματικότητα. Η ανα-κάλυψη του αληθινού αποτελεί αποκλειστική και παταγώδη αποτυχία της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας και θα συνεχίσει να το κάνει μέχρι το τέλος του κόσμου.”

on the Internet , nobody knows you are a dog.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Πού είχαμε μείνει;


Πού είχαμε μείνει; Α, ναι. Ακούγαμε απαγγελίες της Δημουλά· ένα ποίημα για τη βροχή και διαφωνούσαμε φωναχτά και γελαστά για το πώς θα πρέπει να γράφεται το «σι» της βροχής. Κι έλεγες σίγμα γιώτα. Κι έλεγα σίγμα ύψιλον σαν να’ τανε εσύ αυτός ο ήχος. Και να λέει η Κική το σίγμα γιώτα και να μειδιώ αμήχανα που το σκέφτομαι λάθος και να ξέρω πως είναι σωστό το σίγμα ύψιλον της βροχής. Κι έξω να έχει λιακάδα και κρύο ενός Φλεβάρη ψεύτη και να μην μου κάνει η καρδιά να αφήσω το πάπλωμα και τον ζεστό καφέ με τις πολλές κουταλιές για να βγω να ταΐσω τον σκύλο σφίγγοντας το μπουφάν γύρω από τους ώμους, να ρίξω το νερό στα λουλούδια, να τσεκάρω το γραμματοκιβώτιο, να με δει η γειτόνισσα με τις πυτζάμες έντεκα η ώρα το μεσημέρι. Θα βγεις εσύ ή εγώ; Νοστάλγησα την μυρωδιά της πρωινής εφημερίδας ανακατεμένη με τον καφέ που κοντεύει να παγώσει και εκείνη τη βανίλια που κρέμασες στο ράφι πάνω από το γραφείο να δροσίζει. Πάνε χρόνια; Λίγα ή πολλά; Η μνήμη δεν με βοηθά· ποτέ δεν βοηθούσε. Πάντα σκυμμένος πάνω από βιβλία και χαρτιά, λογαριασμούς, υποχρεώσεις, γραμμάτια και μια οθόνη γεμάτη χιόνια (έχουμε λάθος στραμμένη την κεραία), ξέχασα να πρέπει να θυμάμαι. Ξέχασα πώς είναι να θυμάμαι. Μόνο πιες το νερό ως το τέλος- δεν κάνει μόνο μια γουλιά. Μόνο ντύσου καλά και σκούπισε τα μαλλιά με την πετσέτα γιαατί ο καιρός δεν αστειεύεται (πότε αστειευόταν; μην παίζεις με το ρημαγμένο μου μνημονικό. Ποτέ δεν μας λυπήθηκαν οι καιροί). Μόνο σταμάτα αυτά τα γραψίματα και θα κάψεις την ψυχή σου. Θα βγεις εσύ. Και θα ταΐσεις τον σκύλο σφίγγοντας το μπουφάν γύρω από τους ώμους σου, θα ρίξεις νερό στα λουλούδια και θα τσεκάρεις το γραμματοκιβώτιο ενώ θα σε κοιτά η γειτόνισσα που είσαι με τις πυτζάμες στις έντεκα η ώρα το μεσημέρι. Και θα’ σαι εσύ.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

sometimes




καμιά φορά τριγυρνάω στους δρόμους σαν δαρμένο σκυλί. γυρνώ τα μάτια τριγύρω με το φόβο πως θα συναντήσω τους διώκτες- εφιάλτες μου να. καμιά φορά θέλω απλά να καθίσω σε ένα πεζούλι και κα ξαποστάσω. να μη με νοιάζει που οι άνθρωποι μου πατούν το κασκόλ ή με σπρώχνουν. καμιά φορά μου έρχεται η παρόρμηση να αγκαλιάσω έναν άγνωστο. να τον ρωτήσω το όνομα του και να του πω το δικό μου. να όπως σήμερα που έπεσα πάνω στο παιδί με το κιβώτιο γεμάτο μπουκάλια από γυαλί. και είδα ένα χαμόγελο αληθινό. καμιά φορά θέλω να σε πάρω τηλέφωνο κι ας είναι κι αυτό νεκρό. το θυμάμαι ακόμα. καμιά φορά θυμάμαι κι εμένα να με σηκώσω, να με ταϊσω, να με φροντίσω. καμιά φορά.