Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Ανθρώπινα σταθμά


Είχε από μέρες ετοιμάσει εκείνη τη βραδιά. Είχε μετρήσει τρεις και τέσσερις φορές τους χρόνους των διαδρομών, έχοντας συμπεριλάβει κάθε ενδεχόμενη καθυστέρηση από σκόρπιους παράγοντες: κλασική γυναικεία αργοπορία, κίνηση, φανάρια, πάρκινγκ… Είχε πλύνει και είχε σιδερώσει από την προηγούμενη το μαύρο πουκάμισο που λάτρευε, αλλά και άλλο ένα, μαύρο κι αυτό με λεπτές, άσπρες ρίγες, σε περίπτωση που έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και δεν βρισκόταν γύψος. Το ίδιο και με τα παντελόνια. Επίσης, μαύρες κάλτσες και παπούτσια δερμάτινα φρεσκοβαμμένα, τον αγαπημένο του σταυρό που φέρνει γούρι και την κολόνια στο τραπέζι που θα την έβαζε σε δύο καινούργια σημεία του σώματος που του έμαθε ένας «φίλος» πως είναι στρατηγικά. Το νερό έβραζε επί μία ώρα στο θερμοσίφωνο, για να μπορέσει να απολαύσει το μπάνιο του λίγο παραπάνω από το κανονικό. Όχι, δεν είχε προσδοκίες σαρκικού περιεχομένου εκείνο το βράδυ. Μονάχα θα είχε την ευκαιρία να λύσει εκείνο το μικρό κομπάκι που απέκτησε από την αρχή του μήνα, όταν εκείνη του χαμογέλασε από την άλλη άκρη του μαγαζιού. Ξανθή, ντυμένη στα λευκά, με μια φούστα ως το γόνατο και μια μπλούζα άνετη, σαν μια αέρινη παρουσία. Ναι, σαν νεράιδα. Μίλησαν επί ώρες, βρέθηκαν και τις επόμενες βραδιές, αλλάξανε και κινητά. Πάμε για ποτάκι θα έρθεις καμιά βόλτα; Σε δέκα είμαι εκεί. Έκανε να λούσει και τρίτη φορά τα λιγοστά μαλλιά του αλλά το μετάνιωσε, δεν βαριέσαι δεν πάω και για γαμπρός. Εξάλλου δεν ήταν και η πρώτη βραδιά που θα βρίσκονταν. Βέβαια θα ήταν η πρώτη βραδιά που θα την έπαιρνε από το σπίτι στις έξι και θα την γύριζε μετά τις δώδεκα το βράδυ. Επίσης θα ήταν η πρώτη βραδιά που θα έβγαιναν οι δυο τους, χωρίς τα διαολεμένα τα ηχεία να σου τρυπάνε το στέρνο και χωρίς τους γύρω-γύρω να στη σπάνε στην καλύτερη στιγμή της κατ’ ιδίαν κουβέντας σας. Άσε και αυτούς που κάνουν περιπολίες στο μπαράκι για να κόψουν κίνηση και σε σπρώχνουν κάθε λίγο.

Έβγαλε τα ρούχα του και για πρώτη φορά τα δίπλωσε στο κάτω μέρος του επίσης πρώτη φορά στρωμένου κρεβατιού. Οι κάλτσες κατευθείαν στο καλάθι με τα άπλυτα και τα παπούτσια τοποθετημένα στη γωνία του μικρού διαδρόμου να μην πιάνουν χώρο. Αν ήταν έρωτας δεν ήξερε, ήταν πολύ νωρίς. Έμοιαζε όμως, είχαν παρόμοιο DNA. Ο ενθουσιασμός πάντως έτρεχε από το μέτωπό του σαν ιδρώτας στο μέτωπο μαραθωνοδρόμου. Επίσης μόνο που ήξερε ήταν πως είχε φροντίσει τα πάντα στην εντέλεια. Ακόμα και ο σκύλος είχε φάει βραδινό από τις πέντε, just in case. Θα έβγαινε από το μπάνιο, θα σκουπιζόταν καλά και θα αρωματιζόταν, θα ντυνόταν, θα έμπαινε στο αυτοκίνητο, θα περνούσε από το ανθοπωλείο με τα ζουμερά τριαντάφυλλα στη βιτρίνα, θα αγόραζε το καλύτερο και θα το έβαζε μαζί με το cd που της είχε γράψει από χθες στη θέση του συνοδηγού. Εκείνη θα ξαφνιαζόταν αλλά θα έδειχνε με τα μάτια της πως δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερο ξεκίνημα η βραδιά. Τα υπόλοιπα θα έρχονταν μόνα τους, μπορεί και να τη φιλούσε από την αρχή φέρνοντας τα πράγματα ένα βήμα πιο κοντά. Πόσο καιρό είχε να ερωτευτεί; Χρόνια; Δεν θυμάται, μάλλον δεν μέτρησε ποτέ. Δεν μετρείται η απουσία του έρωτα με ανθρώπινα σταθμά. Ευπειθώς αναφέρω: πιθανός έρως προ των πυλών.

Το κινητό χτύπησε μία, δονήθηκε άλλη μία και σταμάτησε. Μόλις είχε βγει από το μπάνιο και μόλις είχε προλάβει να τυλίξει την πετσέτα γύρω από τη μέση του. Ματιά θολή μέσα από τον καθρέφτη. Παντού νερά. Είχε γυρίσει από τη δουλειά και δεν αισθανόταν καλά. Θα ξάπλωνε για να ξεκουραστεί, μπορεί και να κοιμόταν. Λυπόταν και τα λένε. Εκείνος σκουπίστηκε καλά, φόρεσε την κολόνια στα στρατηγικά σημεία, έβαλε το λατρεμένο του πουκάμισο που το είχε πλύνει και σιδερώσει από την προηγούμενη, το ίδιο και το παντελόνι. Φόρεσε κάλτσες και παπούτσια, έπλυνε καλά τα δόντια, τα ξέπλυνε με στοματικό διάλειμμα και πήρε το αυτοκίνητο. Αγόρασε τριαντάφυλλο από το ανθοπωλείο με τα καλά στη βιτρίνα, το ακούμπησε στη θέση του συνοδηγού, έβαλε το cd με τις επιλογές να παίζει και κατέβηκε στην παραλία με τα πεύκα, κοντά στο άσπρο σπιτάκι που κάποτε έμενε λέει ένας ποιητής. Τράβηξε χειρόφρενο, έβαλε τα φώτα στη μεγάλη σκάλα και στάθηκε μπροστά τους με το τριαντάφυλλο στα δόντια. Το τραγούδι που ακούστηκε ήταν αυτό που μπορείς να ακούσεις δίπλα με ένα κλικ. Ο μονόλογος ήταν κλεμμένος από τον Δον Κιχώτη και νοθευμένος με έναν άλλο, από τον υπό άλλες συνθήκες μόνο της ιστορίας, τον Άμλετ. Δε γαμιέται, εξάλλου και οι τρεις μόνοι ήταν. Το ξημέρωμα που τον βρήκε ξυλιασμένο στα χορτάρια ήταν της εικοστής δευτέρας Μαΐου. Και τον ποιητή που κάποτε ζούσε εκεί δίπλα τον έλεγαν Άγγελο.


*Ο πίνακας που κοσμεί το ποστ είναι ο The Old Guitarist του Pablo Picasso και είναι λατρεμένος.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Αυταπάτες


Αυτός, ένας τραπεζικός υπάλληλος με κάποιες εσωτερικές ανησυχίες άνευ σημασίας και πέρα από τη μυρουδιά των χρημάτων που μετράει κάθε μεσημέρι δύο φορές κλείνοντας ταμείο. Αυτός, μετρά τους φακέλους του ΑΤΜ τα μεσημέρια στις τρεις, κάνει και κανένα δάνειο, πουλάει δήθεν αποταμιευτικά προϊόντα που είναι της μόδας, τρέχει να φωτοτυπήσει τις ταυτότητες. Ενίοτε, αυτός, φτιάχνει καφέ στην ομορφούλα πλην παντρεμένη συν εγκυμονούσα υπάλληλο του δίπλα ταμείου. Αυτός, ιδρώνει το πουκάμισο στο δεκάωρο που δουλεύει, το πλένει και το σιδερώνει μόνος του και μακριά από τις γκρίνιες γυναίκας, παιδιού και σκυλιού. Αυτός, πίνει νερό το μεσημέρι και μπύρα το βράδυ και πλένει πιάτα και ποτήρια μόνος του. Αυτός, κάποιες καθημερινές φοράει μια τσάντα «ταχυδρόμου» χιαστί, βγαίνει βόλτα στο Θησείο παρόλο που είναι καθημερινές, χαζεύει με τρυφερότητα τα κορίτσια που δείχνουν τον εαυτό τους, χτυπάει το εισιτήριο στον ηλεκτρικό, αγοράζει παλιά βιβλία στο μοναστηράκι και τρώει ένα «σουβλάκι στο χέρι» από του Μπαϊρακτάρη.

Αυτός, γράφει ημερολόγιο κι ένα πεζό που τελειωμό δεν έχει εδώ και χρόνια. Αυτός, γράφει και ποιήματα που δεν τα δείχνει σε κανέναν· τα καθαρογράφει με πένα σε κιτρινισμένα φύλλα οικολογικά και τα διαβάζει μισομεθυσμένος τα βράδια της Παρασκευής μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας. Αυτός, ακούει τραγούδια που δεν ακούνε στο γραφείο, τραγούδια που ακούνε τα γυμνασιόπαιδα και κλαίνε, γι’ αυτό ο υποδιευθυντής του είπε να μην αυτοκτονήσει πριν πιάσει τους στόχους του τριμήνου. Αυτός, μιλάει με τους ανθρώπους για όλα τα άλλα εκτός από αυτόν.

Αυτή, γυρνάει τους δρόμους χαμογελαστή τραγουδώντας από μέσα της κάνοντας παρέα με φίλους. Αυτή, τα Σαββατοκύριακα παίζει θέατρο και αποσπά πολλά χειροκροτήματα. Αυτή, στα καμαρίνια αποσπά φιλοφρονήσεις, συγχαρητήρια και ίσως κάποια τηλέφωνα. Αυτή, απολαμβάνει την προσοχή ενός μυημένου στον χώρο φιλοθεάμονος κοινού που ξέρει τι βλέπει και γιατί. Αυτή, έχει ένα βλέμμα που καρφώνει στο σταυρό και τους πιο αθώους περαστικούς, μη αφήνοντας τους περιθώρια σκέψης. Αυτή, ξέρει τι κάνει και πώς. Αυτή, παίζει επικοινωνιακά με τον κόσμο που συναναστρέφεται και κερδίζει στα σημεία.

Αυτή, του έκλεισε μια νύχτα Σαββάτου το μάτι από το σανίδι, όταν αυτός καθόταν πίσω δεξιά. Αυτός, ήξερε πως ήταν γι’ αυτόν παρόλο που δεν μπόρεσε ποτέ να το δικαιολογήσει. Αυτός, ξεκίνησε να τρέφεται με αυταπάτες, να πίνει μπύρα το μεσημέρι, να ηχογραφεί τις παραστάσεις και να τις ακούει στη δουλειά υπό τα ειρωνικά σχόλια και τους χλευασμούς της ομορφούλας του δίπλα γραφείου, να κατεβάζει φωτογραφίες της από το ίντερνετ και να χαμογελά αμήχανος κάθε φορά που την βλέπει περιμένοντας αυτή να του κλείσει ξανά το μάτι.
*To post κοσμείται από το
"Jeanne Hebuterne"
του Amedeo Modigliani.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Πάντα



Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί στο λεωφορείο αποτελούσε πάντα την τελευταία επιλογή διπλανού. Πάντα. Θα έμπαινε στο άδειο όχημα πάντα στην αφετηρία και θα καθόταν μόνος του δίπλα στο παράθυρο της αριστερής πλευράς. Θα θυμόταν πάντα το εισιτήριο εκ των υστέρων και θα σηκωνόταν να το χτυπήσει βιαστικά, μην τύχει και κάποιος ξαφνικά του πάρει τη θέση. Θα παρατηρούσε τον κόσμο ενώ έμπαινε σταδιακά από τις στάσεις. Γριές με τσάντες νάιλον, παιδιά με φασαρία, ανόητοι με ύφη ψευτοάνετα, μελαψοί Πακιστανοί με χτενισμένα μαλλιά και πουκάμισα εξόδου Κυριακής, κοπέλες όμορφες με βλέμματα καρφιά. Οι όμορφες κοπέλες θα τον μελαγχολούσαν πάντα μέχρι τα βαθειά του γεράματα- όχι γιατί δεν θα μπορούσε να τις αποκτήσει.

Θα ξεχνιόταν παρακολουθώντας τις γραμμές του πεζοδρομίου να ρευστοποιούνται σε παρδαλούς σχηματισμούς και τις συνοικίες των τσιμεντένιων παραδείσων ενός καταναγκαστικού, ενός μεταναστευτικού, ενός αστικού κι ενός κομπλεξικού ονείρου (ανάλογα) να τρέχουν βιαστικά προς τα εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Θα ζήλευε όσους τα κατάφεραν με κόπο και θα θαύμαζε όσους δεν χρειάστηκε να κοπιάσουν αλλά ωστόσο κατάφεραν ένα βήμα πιο κει.

Θα συνερχόταν από ένα απότομο φρενάρισμα δύο στάσεις πριν το δικό του τέρμα και θα έβλεπε τον κόσμο που περίσσεψε, όρθιο και γαντζωμένο στις βρώμικες χειρολαβές. Θα έβλεπε το διπλανό του κάθισμα πάντα άδειο. Θα αναρωτιόταν αν ο ίδιος μυρίζει άσχημα ή αν έχει υποκοσμικό βλέμμα πρεζάκια ή παλιοαλβανού και αφού θα απέρριπτε και τα δύο ενδεχόμενα θα αναρωτιόταν εκ νέου. Θα σκεφτόταν θεωρίες που θέλουν τον κόσμο εμποτισμένο με μια παράξενη, μεταφυσική ροπή προς τα μακριά του, θεωρίες υποψιασμένες πως κάτι δεν πάει καλά με αυτόν εκεί, ακόμα και θεωρίες για ζωώδη ένστικτα που μυρίζονται και αποστρέφονται κατά περίσταση.

Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί στο λεωφορείο αποτελούσε πάντα την τελευταία επιλογή διπλανού. Ωστόσο εκείνη τη στιγμή θα άκουγε από το ραδιόφωνο του κινητού το τραγούδι που πριν από χρόνια τον οδήγησε με 160 χιλιόμετρα την ώρα μέσω της Συγγρού σ’ εκείνη την παράνοια. Θα έσκαγε ένα χαριτωμένο χαμόγελο και θα καταστάλαζε ικανοποιημένος πως τόσον καιρό το κάθισμα δίπλα του έμενε πάντα αδειανό, μην τύχαινε κι επιβιβαζόταν εκείνη από το πουθενά.

(Μάταια)