Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

Σου έχει τύχει να ξυπνάς και να βλέπεις γύρω σου ανθρώπους που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ σου?

Σου έχει τύχει να βλέπεις πολυκατοικία να διπλώνει και να ακουμπά η ταράτσα στο πεζοδρόμιο?

Σου έχει τύχει να φρικάρεις και να μην βρίσκεις κάποιον που να εμπιστεύεσαι δίπλα σου?

Σου έχει τύχει να θες να γίνεις σκατά μόνο για τη πάρτη σου, χωρίς να έχεις κανέναν δίπλα σου, χωρίς να ακούς λόγια από κανέναν?

Σου έχει τύχει να νιώθεις ότι είσαι ικανός για τα πάντα, ότι δεν έχεις ανάγκη κανέναν και τίποτα?

Σου έχει τύχει να την παίρνεις τηλέφωνο χαράματα με το κεφάλι λιωμένο μόνο για να την ακούσεις και να μπορέσεις να κοιμηθείς?

Μπορείς να τα καταλάβεις όλα αυτά?
Μπορείς να τα δεχτείς όλα αυτά?

Τότε τι σκατά κάνεις εδώ? Τι θέλεις δίπλα μου?

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

4.48


...ονειρεύτηκα ότι πήγα στη γιατρό...
κι αυτή μου' δινε περιθώριο ζωής οχτώ λεπτά.
Κι εγώ καθόμουν και περίμενα
στη γαμημένη αίθουσα αναμονής μισή ώρα!


ΤΡΑΒΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΜΟΥ!


...η ασθενής ξύπνησε μέσα σε μια λίμνη εμετού και είπε:
"κοιμήσου με τους σκύλους και ΄ξύπνα μες τους ψύλλους."





{psychosis 4.48\sarah kane (1999)}

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007

Τσακίζει τη φωνή του


Κάθε επιστροφή του τον πληγώνει. Όπως και κάθε όμορφη κοπέλα του προκαλεί τη μελαγχολία του έφηβου που κουράστηκε να βρίζει το Θεό για όσα τον μαραίνουν και τώρα απλά του χαμηλώνει το κεφάλι. Βάζει στο σφηνοπότηρο λίγο βαρύ και κάνει άφιλτρο για να τσακίσει τη φωνή του. Βράδυ και υγρασία και κρύο στα σκοτεινά. Ανακατεύει τις φωτογραφίες με ό,τι κατάφερε να αποστάξει από τις στιγμές που του δόθηκαν σαν από έρωτα στο φακό και φτιάχνει κόσμους μετρημένους σε πιθανότητες και αστείες καταλήξεις. Έπειτα τις στέλνει στο διάολο να τις λιβανίσει με το λιβάνι που φοβάται και να τις βάλει στο μπαούλο με το πετσετάκι της μαμάς του που έπλεξε από στόμα σε στόμα. Πιάνει τις χορδές και τις μπλέκει στα δάχτυλά του με το γαμώτο του μπεκρή. Τα όνειρα που βυζάξαμε μες στης καρδιάς μας το αίμα πέταξαν και χαθήκανε μες στης ζωής το ρέμα κι εμείς τάχα μένουμε παντοτινά τα’ άφταστα να θρηνούμε. Βάζει κι άλλο. Στρίβει διπλό λες και μπορεί να σηκώσει πέντε φορές το βάρος του στους πληγωμένους ώμους . Το μοιράζεται. Το ξαναπαίρνει. Είπες πως θα’ ρθεις να τον δεις κι αυτός σου έχτισε ένα παλάτι να κοιμάσαι το απομεσήμερο μέχρι να σου διπλώσει η καρδιά και να θελήσεις να την κάνεις. Κανόνισε και τα’ άλογα να’ ναι πεταλωμένα. Κοίταξε και τα ρούχα του μην έχουν χαρακιές από τις μάχες του αιώνα. Μιλάει χρόνια, χρόνια λέει πως θα’ ρθεις μα ούτε μέσα σε όνειρο δεν μπόρεσε κανείς να σε διακρίνει. Τουλάχιστον πιάστηκες απ’ τα σημάδια που άφησε στις μάγισσες για σένα. Κι ας σ’ έβγαλε ο δρόμος σου αλλού. Κι ας πέταξες έως εδώ για εκείνον. Κι ας λάτρεψες την τσακισμένη του φωνή μέσα απ’ το μπερντέ του καραγκιόζη. Αυτός μιλάει χρόνια και χρόνια θα λέει πως θα’ ρθεις.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007




"Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.

"'Tis some visitor," I muttered, "tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more."

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating,
"'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more."

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
"Sir," said I, "or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you" - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortals ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, "Lenore!"
This I whispered, and an echo murmured back the word, "Lenore!" -
Merely this, and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
"Surely," said I, "surely that is something at my window lattice:
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more."

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore;
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore.
"Though thy crest be shorn and shaven, thou," I said, "art sure no craven,
Ghastly grim and ancient raven wandering from the Nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blest with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
With such name as "Nevermore."

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered, "other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before."
Then the bird said, "Nevermore."

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
"Doubtless," said I, "what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of 'Never - nevermore'."

But the Raven still beguiling all my fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
Then upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt and ominous bird of yore
Meant in croaking "Nevermore."

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamplight gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamplight gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then methought the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose footfalls tinkled on the tufted floor.
"Wretch," I cried, "thy God hath lent thee - by these angels he hath sent thee
Respite - respite and nepenthe, from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Prophet!" said I, "thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Prophet!" said I, "thing of evil - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore."
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Be that word our sign in parting, bird or fiend," I shrieked, upstarting -
"Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting On the pallid bust of Pallas just above my chamber door; And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming, And the lamplight o'er him streaming throws his shadow on the floor; And my soul from out that shadow that lies floating on the floor Shall be lifted - nevermore!"


the raven, Edgar Allan Poe 1845


τρωγόμουν χθες. το θυμήθηκα, το έψαξα και το ανέβασα. κάθε φορα που το διαβάζω δεν το χορταίνω.