Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Πού είχαμε μείνει;


Πού είχαμε μείνει; Α, ναι. Ακούγαμε απαγγελίες της Δημουλά· ένα ποίημα για τη βροχή και διαφωνούσαμε φωναχτά και γελαστά για το πώς θα πρέπει να γράφεται το «σι» της βροχής. Κι έλεγες σίγμα γιώτα. Κι έλεγα σίγμα ύψιλον σαν να’ τανε εσύ αυτός ο ήχος. Και να λέει η Κική το σίγμα γιώτα και να μειδιώ αμήχανα που το σκέφτομαι λάθος και να ξέρω πως είναι σωστό το σίγμα ύψιλον της βροχής. Κι έξω να έχει λιακάδα και κρύο ενός Φλεβάρη ψεύτη και να μην μου κάνει η καρδιά να αφήσω το πάπλωμα και τον ζεστό καφέ με τις πολλές κουταλιές για να βγω να ταΐσω τον σκύλο σφίγγοντας το μπουφάν γύρω από τους ώμους, να ρίξω το νερό στα λουλούδια, να τσεκάρω το γραμματοκιβώτιο, να με δει η γειτόνισσα με τις πυτζάμες έντεκα η ώρα το μεσημέρι. Θα βγεις εσύ ή εγώ; Νοστάλγησα την μυρωδιά της πρωινής εφημερίδας ανακατεμένη με τον καφέ που κοντεύει να παγώσει και εκείνη τη βανίλια που κρέμασες στο ράφι πάνω από το γραφείο να δροσίζει. Πάνε χρόνια; Λίγα ή πολλά; Η μνήμη δεν με βοηθά· ποτέ δεν βοηθούσε. Πάντα σκυμμένος πάνω από βιβλία και χαρτιά, λογαριασμούς, υποχρεώσεις, γραμμάτια και μια οθόνη γεμάτη χιόνια (έχουμε λάθος στραμμένη την κεραία), ξέχασα να πρέπει να θυμάμαι. Ξέχασα πώς είναι να θυμάμαι. Μόνο πιες το νερό ως το τέλος- δεν κάνει μόνο μια γουλιά. Μόνο ντύσου καλά και σκούπισε τα μαλλιά με την πετσέτα γιαατί ο καιρός δεν αστειεύεται (πότε αστειευόταν; μην παίζεις με το ρημαγμένο μου μνημονικό. Ποτέ δεν μας λυπήθηκαν οι καιροί). Μόνο σταμάτα αυτά τα γραψίματα και θα κάψεις την ψυχή σου. Θα βγεις εσύ. Και θα ταΐσεις τον σκύλο σφίγγοντας το μπουφάν γύρω από τους ώμους σου, θα ρίξεις νερό στα λουλούδια και θα τσεκάρεις το γραμματοκιβώτιο ενώ θα σε κοιτά η γειτόνισσα που είσαι με τις πυτζάμες στις έντεκα η ώρα το μεσημέρι. Και θα’ σαι εσύ.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

sometimes




καμιά φορά τριγυρνάω στους δρόμους σαν δαρμένο σκυλί. γυρνώ τα μάτια τριγύρω με το φόβο πως θα συναντήσω τους διώκτες- εφιάλτες μου να. καμιά φορά θέλω απλά να καθίσω σε ένα πεζούλι και κα ξαποστάσω. να μη με νοιάζει που οι άνθρωποι μου πατούν το κασκόλ ή με σπρώχνουν. καμιά φορά μου έρχεται η παρόρμηση να αγκαλιάσω έναν άγνωστο. να τον ρωτήσω το όνομα του και να του πω το δικό μου. να όπως σήμερα που έπεσα πάνω στο παιδί με το κιβώτιο γεμάτο μπουκάλια από γυαλί. και είδα ένα χαμόγελο αληθινό. καμιά φορά θέλω να σε πάρω τηλέφωνο κι ας είναι κι αυτό νεκρό. το θυμάμαι ακόμα. καμιά φορά θυμάμαι κι εμένα να με σηκώσω, να με ταϊσω, να με φροντίσω. καμιά φορά.