Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Ουσίες


Ποιο είναι το αγαπημένο μου τραγούδι; Εσύ δηλαδή έχεις ένα αγαπημένο τραγούδι; Ή αλλάζεις κάθε τόσο; Πώς μπορείς να ξεχωρίσεις μονάχα ένα· φόντο στη μισή ζωή μου ένα ραδιόφωνο που συνεχώς στέλνει τραγούδια. Το πρασινοκίτρινο φωτάκι με τα νούμερα, η συχνότητα, η ένταση, το κοντρόλ που έζησε μονάχα λίγους μήνες, η κεραία που έσπασε με τη μετακόμιση. Κι έπειτα μικρές επισκευές, μπαλώματα και βόλτες το δωμάτιο να ψάχνουμε το σήμα. Ποιο είναι λοιπόν; Σου έχω ανθολογήσει μερικά, έτσι για να σταματήσεις να ρωτάς και να με κουράζεις. Ξέρεις κι εσύ πόσο κουραστικές είναι οι σούμες παρόλο που επιδίδεσαι συνεχώς σ’ αυτή την διαδικασία. Με το πρώτο έμαθα να ακούω μουσική κάπου στα δεκατρία. Πριν από αυτό σκοτάδι. Πριν από αυτό ξεπεσμένα λαϊκά στο αυτοκίνητο και βίντεο-κλιπ και νιου τσάνελ τα μεσημέρια. Με το πρώτο έμαθα να θέλω να φύγω. Το δεύτερο ήρθε μέσα από ψάξιμο για ανανέωση του μουσικού αποθεματικού που τότε μετρούσε μόλις 4 δισκάκια και καμιά δεκαπενταριά κασέτες. Με το δεύτερο έμαθα να γυρίζω. Πριν από αυτό ένα σπίτι κι ένα μπαλκόνι στον πρώτο, η βαβούρα του δρόμου και η συνεχής παρουσία του γείτονα. Πριν από αυτό συντονισμένες συγκαλύψεις με καταναλωτικές υπεκφυγές. Πριν από αυτό υπήρχε πρόγραμμα. Με το τρίτο ταξίδεψα ευχόμενος τη μη επιστροφή. Πήγα και ήρθα μια φορά μέσα σε λίγα χρόνια κι αν με ρωτάς ούτε θα γύριζα ποτέ. Ποτέ- ποτέ. Πριν από αυτό η πραγματικότητα της φυγής περιοριζόταν σε μια ευχή, λίγα χαρτιά και μπόλικη μελάνη. Πάντα θηλυκή η μελάνη. Πάντα. Με το τέταρτο γνώρισα την Αθήνα. Χωρίς να το έχω σκοπό, να, έτσι, σαν να μην είχε άλλη διέξοδο η μοίρα και θέλησε να αποσπάσει ένα ηλεκτρόνιο από δίπλα. Δεν είμαστε πιο μεγάλοι από ένα ηλεκτρόνιο σου λέω. Ώρες ατέλειωτες, ξενυχτισμένες διαδρομές και ανήμπορες υποχωρήσεις, πείσματα και ξεσπάσματα, Φάληρο- Σύνταγμα με εκατόν τριάντα στη Συγγρού, αναζητώντας τη ριμάδα την ουσία που αν με ρωτήσεις τώρα, δύσκολα θα μπορέσω να σου πω πού διάολο τη χάσαμε. Παρόλο που κι όταν την είχαμε δύσκολα την ορίζαμε. Έτσι είναι οι ουσίες. Ουσίες, ντόπες της ψυχής και των ονείρων. Εσύ ακόμα ονειρεύεσαι; Καλά κάνεις. Το πέμπτο είναι «εγώ». Κι όταν λέω «εγώ» εννοώ από την πρώτη λέξη μέχρι και την τελεία του τελευταίου ρεφραίν. Με το πέμπτο σε ερωτεύτηκα. Μην κάνεις πως δεν ξέρεις.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Το βλέμμα του ήταν θολό όπως εδώ και αρκετά χρόνια. Κάπνιζε τσιγάρα που δεν έπρεπε, έπινε ποτά που δεν έπρεπε. Το σώμα του αρνιόταν να τα καταπιεί αλλά αυτός επέμενε. Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφη, πραγματικά όμορφη. Του φάνηκε παράξενο που μια τέτοια γυναίκα κάθεται μαζί του τόσο καιρό. Την κοιτούσε που κοιμόταν και την ερωτευόταν όλο και περισσότερο. Ήπιε δυο γουλιές και έστριψε ένα τσιγάρο. Πραγματικά νοιαζόταν για αυτήν. Ένα χαμόγελο έσκασε στα χείλη του. Είχε πολύ καιρό να νιώσει έτσι. Δεν ήθελε να την ταλαιπωρήσει, αλλά δεν μπορούσε να μείνει μακριά της. Ήπιε δυο γουλιές ακόμα και τράβηξε δυο τζούρες. Ήταν σίγουρος πια... Έσβησε το τσιγάρο. Ξάπλωσε δίπλα της και την φίλησε στον ώμο. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και τον αγκάλιασε. Ένιωθε την ανάσα της στο πρόσωπό του και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Έκλεισε τα μάτια και αποκοιμήθηκε. Αύριο βλέπουμε...