Κυριακή 29 Ιουλίου 2007

473

Όλα αλλάζουν. Όλα χρωματίζονται και ξεβάφουν κι όλα γυαλίζουν αν τα δεις με γυαλιστερά μάτια. Είναι πρωί, δεν κοιμήθηκα. Άφησα την Κυριακή να μου προσφέρει το μοναδικό που έχει να προσφέρει. Τον πρωινό ύπνο. Μην κατεβάζεις τα μούτρα σου, μονάχα αυτό διαθέτεις και δε σου λέω πως είναι λίγο μα πώς να σ'αγαπήσω που είσαι καλή μέχρι το μεσημέρι; Ναι ξέρω δε φταις εσύ που είσαι τελευταία στη σειρά κι ώς ένα σημείο σε καταλαβαίνω γιατί κι εγώ όποτε κι όπως και να γεννήθηκα τελευταία ήμουν. Ξημερώνει. Σκόνταψα στο΄θέλω μου κι έπεσα με τα μούτρα στο χώμα. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου είχε βγει ο ήλιος και μου ψιθύρισε "τώρα που ξύπνησα εγώ μην κοιμηθείς σε παρακαλώ". Ήθελε παρέα κι εγώ δεν μπόρεσα να του χαλάσω το χατήρι, καταλαβαίνεις δεν σου ζητάει κάθε μέρα ο ήλιος την παρέα σου. Σκαρφάλωσα πάνω στα μάτια μου και κάθησα κοντά του. Του είπα για τα χρώματα. Του είπα πως το δέρμα μου τον λατρεύει και πως δεν θα μπορούσε να ζήσει μακρυά του. Δε μίλησε, μόνο όταν με είδε να νυστάζω πολύ μ' έστειλε στο κρεβάτι μου. Του είπα πως αφού λείπεις δεν έχω κρεβάτι μα δεν έδειξε να τον νοιάζει... Είμαι πιό μισή απ'ότι περίμενα και φοβάμαι να κοιμηθώ μην ξεχαστώ. Πιό πολύ φοβάμαι γιατί ξέρω τί θα ονειρευτώ. Θέλω να γράψω ένα ποίημα κι εγώ μια φορά στη ζωή μου. Ένα ποίημα για τα χρώματα. Μπορώ να καθήσω σε μια αποβάθρα και να κοιτάξω έναν χωρισμό χωρίς να κλάψω. Να ακούσω το "Βαλς των ματιών" χωρίς να κουνήσω τα βλέφαρά μου. Να παρακολουθήσω ατάραχη έναν άγριο βιασμό. Ο κόσμος είναι σκληρός. Πιό πολύ με ματώνουν τα βλέμματα στο δρόμο. Μάτια κοιτάνε άπό συνήθεια και δε διαστέλλονται στα χρώματα. Μονάχα όταν κάτι τους φανεί ασυνήθιστο. Μονάχα τότε στέκονται. Κοιτάνε αν σου λείπει ένα μάτι ή ένα χέρι μα κανείς δεν κοιτάζει αυτούς που τους λείπει ψυχή απλά και μόνο γιατί δε φαίνεται. Είναι αστείο. Άν σου λείπει μήτρα φαίνεται απ'έξω; Μπορώ ν'αγαπήσω όλο τον κόσμο μονάχα και μόνο γιατί αυτά που μου λείπουν δε φαίνονται. Πότε θα γράψω ένα ποίημα; Πότε οι άνθρωποι θα είναι έτσι όπως τους ονειρεύομαι; Πότε θα ετοιμάσω μια πετυχημένη βυσσινάδα; Ούτε πηχτή ούτε νεροζούμι. Πότε θα ξημερώσει αυτή η μέρα; Δεν αντέχω να ξημερώσω κι άλλη χειροκίνητα. Πότε θα ξεχάσω την ορθογραφία που έμαθα; Μα νομίζω αλλάζει η διάθεση μου. Εδώ που τα λέμε ίσως δω άλλο όνειρο σήμερα. ίσως δω πως κατάφερα επιτέλους να φτιάξω εκείνο το φιλί και να το κρεμάσω με κλωστή στο λαιμό μου για όταν εκραγεί το στόμα μου απο αυτά που δεν μπορεί να πει. Θα πιάνω την κλωστή απαλά και θα σέρνεται πάνω στο στέρνο μου, θα το βγάζω και θα το ακουμπάω στο κάτω χείλος σου. Μυρίζει χώμα, θα μου πεις. Αφού έπεσα με τα μούτρα σου είπα, δε θυμάσαι;

Σάββατο 28 Ιουλίου 2007

Ονειροχωρος

Οτι πιο προσωπικο.
Τοσο που συνηθως το ξεχνας οταν ξυπνησεις.

Ενας καλος παιδικος φιλος με τον οποιο σταματησαμε να μιλαμε πριν χρονια γιατι μαλωσαν οι δικοι μας με πηρε τηλεφωνο για να ξανα βρεθουμε.
Βγηκαμε εξω.
Ημουν ξανα μικρος στο χωριο.
Ειχαμε ξεκινησει για το βουνο με τα ποδηλατα μας.
Το μικροτερο επρεπε να μεινει πισω και μας κοιτουσε γνωριζοντας το παραλογο του ‘πρεπει’ και δινοντας υποσχεση στον εαυτο της οτι καποτε θα οδηγει αυτη προς το βουνο.
Ο
Clive Owen το βραδυ μας παιζει ενα παραδοσιακο οργανο τριγυρω απ’ τη φωτια και ψαχνει καποιον να του τραγουδησει.
Προσπαθω να τον αποφυγω.

Δε θελω να μεινει η μυρωδια σου πανω στο σωμα μου.
Οταν οι γνωστοι μου θα σε δουν θα ειναι ηδη ερωτευμενοι μαζι σου
μολις δουν την πηγη αυτου που τους κεντριζε το μυαλο τοσο καιρο.
Ετσι ισως εχω δεκα λεπτα να τους αντιμετωπισω μεχρι να συνελθουν
και καταφερω να τους ξεφορτωθω.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Gute nacht Ulrich

Παντοτε ντροπαλος, με ματια υγρα, σχεδον βουρκωμενα

δεν μιλουσε πολυ, οι γνωστοι του τον διαβαζαν σαν ανοιχτο βιβλιο

ή τουλαχιστον ετσι νομιζαν

πως ηταν εκφραστικος απο τη φυση του χωρις να ειναι αναγκασμενος να μιλαει

τα βραδια ομως νοικιαζε φτηνα γυναικεια σωματα

μοναχα για να τους μιλαει

βασανιστης ερωτευμενος με το θυμα του

να χωνεται στη ζεστασια τους

και να τα κοιταει με ματια διαφορετικα απο αυτα που φορουσε ολη τη μερα

με οικτο για τον ιδιο του τον εαυτο.



Τετάρτη 25 Ιουλίου 2007


Εκεί στο λιμανάκι που μικρή τριγύριζα ανάμεσα στις βάρκες και κοιτούσα εκστατική τα χρώματα που παίρνει η θάλασσα όταν τρυπώνει μέσα της ο ήλιος, να'μαι πάλι με ένα ξεθωριασμένο τζιν και ένα μικροσκοπικό μπλουζάκι. Γυρισμένο το παντελόνι μέχρι το γόνατο κι εγώ καθιστή στην προβλήτα κοιτώντας το βυθό. Αν αφοσιωθείς στον ήχο της θάλασσας , χάνεσαι..Ησυχία καλύπτει τα πάντα μέσα σου κι έξω από εσένα. Μου λείπει τώρα ένα τσιγάρο και μια αγκαλιά. Το πρώτο το αγοράζω με ένα πλατύ "χαμόγελο" από έναν νέο που κάθεται λίγο πιο πέρα. Το δεύτερο δεν αγοράζεται μα ούτε και το ζητάς.Υποσχέθηκα στον πατέρα να ζωγραφίσω το όνομα στη βάρκα την επόμενη φορά..Ένα όνομα που σημαίνει ανατολή..Αναρωτιέμαι διαρκώς πως μπορώ και προφέρω λέξεις που ξεχνώ την ομορφιά τους. Εδώ και αρκετό καιρό μιλάω επειδή πρέπει. Και γράφω επειδή το θέλω κι επειδή αλλιώς δεν μπορώ. Συμμετέχω κομπάρσος σε όνειρα που άλλοι κάνουν για μένα ενώ τα δικά μου τα εξαναγκάζω σε αυτοκτονία αφού κρίνονται ακατάλληλα. Δεν έχω πολλά αισιόδοξα να πω. Να μου το συγχωρήσετε αυτο. Ναι; Και ναι, το παραδέχομαι ότι δεν προσπαθώ. Κι εδώ δε χωράει γιατί.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2007

484


Ήξεραν όλοι μα κανείς δε μιλούσε. Ποτέ δεν πετυχαίνει το τσιγάρο. Τη μιά είναι σφιχτό με πολύ καπνό μέσα και την άλλη σχεδόν άδειο. Τη μιά γεμάτο σάλιο και την άλλη το χαρτάκι χορεύει. Θα μου πεις είναι θέμα συνήθειας. Θα σου πω θέμα διάθεσης. Μονάχα που δεν ξέρω πότε αφήνω το σάλιο μου εκεί πάνω στο χαρτί και πότε το φυλάω για τα φιλιά μας. Ο Στεφαν από το Μοντενέγρο με χαρά κατέβηκε τα σκαλιά του τραίνου. Δεν τον περίμενε κανείς συγγενής στην αποβάθρα αλλά η ζωή η ίδια. Χαμογελαστή και με τις βαλίτσες γεμάτες φωσφορίζοντα σχέδια. Γι'αυτόν ταξίδι είναι η αμαξοστοιχία 504 από Αθήνα για Θεσσαλονίκη. Θα γίνει ηθοποιός. Εγώ λέω πως ταξίδι είναι ένα πολύχρωμο λεωφορείο που κουδουνίζει και διασχίζει την Κολομβία κι εκεί από λάθος δικό του ή του κόσμου προσγειώνεται στο Περού ενώ όταν γεννήθηκε είχε ξεκινήσει για τη Βενεζουέλα. Πάντα το "κατά λάθος" είναι πιό σοφό απο το σωστό. Ζέστη και μωρά που τρώνε σάπιες μπανάνες. Θέλω να τα βάλω να κατουρήσουν όλα μαζί, να σβήσουν τις φωτιές. Κι ύστερα πέφτει ένα αστέρι κι εγώ πρόλαβα κι ευχήθηκα να (έχω φίλους μέχρι να) μη γεράσω. Μπερδεύω τους χρόνους μεταξύ τους. Λέω πως ο αόριστος χώνεται εκεί που ενεστώτας χασμουριέται. Τον παρακείμενο τον κρατάω πάντα σε απόσταση γιατί τον έχω φοβηθεί και γιατί παντα με μπέρδευε. Ο πιό λατρεμένος μου ο παρατατικός γιατί χωράει παντού κι έχει μεγάλα μάτια. Τον μέλλοντα τον κοροιδεύω πλέον γιατί κάποτε με κορόιδεψε με τον χειρότερο τρόπο. Ο υπερσυντέλικος κρατάει αποστάσεις από μόνος του. Ξέρει πότε να εμφανιστεί. Δεν μ'αφήνει να τον μπερδέψω. Τον σέβομαι νομίζω χωρίς να ξέρω γιατί. Βιάστηκα να διαλέξω μορφή όταν γεννήθηκα. Κι απο λάθος πληροφορία μπορώ και ζω ανάμεσα σε ανθρώπους που μου μοιάζουν. Μ'αρέσει να κυκλωνω με κόκκινο μαρκαδόρο τις αγαπημένες μου πόλεις στο χάρτη, μ'αρέσει να γεμίζω τη μπανιέρα κι ύστερα να βαριέμαι να μπω μέσα. Μ'αρέσει που σ'ονειρεύομαι να με μυρίζεις ανάμεσα στα πόδια την ώρα που κοιμάμαι. Μ'αρέσει να με ρωτάνε στο δρόμο τί ώρα είναι κι εγώ ν'αργώ να βρω το ρολόι μου. Μ'αρέσει να πίνω καφέ με τη μαμά μου νωρίς το πρωί. Μ'αρέσει να φοράω συνέχεια τα ίδια ρούχα μέχρι να ξεσκιστούν. Να τα πλένω στο χέρι. Να τ'απλώνω και να στάζει το νερό γιατί δεν βρήκα πολλή δύναμη να τα σταγγίξω. Μ'αρέσει να επιμένω να θυμάμαι τί μ'αρέσει γιατί φοβάμαι πως μονάχα αυτό με κρατάει ζωντανή. Αν το ξεχάσω θα με ξεχάσει. Θα'ρθει η άσχημη μεριά της βδομάδας και θα με πλακώσει πριν το καταλάβω. Κι αν μια βδομάδα σε πλακώσει ύστερα χρωστάς στην επόμενη και δε μ'αρέσει να χρωστάω άσχετα που μου χρωστάω μια όμορφη χωρίς πόνους ζωή. Μου την έταξα πριν 6 ή 7 ή 8 χρόνια. Τώρα με τους τόκους θα πρέπει να έχει γίνει μια πολύ όμορφη χρωματιστή ζωή. Συγνώμη που καθυστέρησα. Ψάχνω δανεικά ακόμη. Την άλλη βδομάδα μάλλον θα τα καταφέρω να σε πληρώσω...Κάνε λίγη υπομονή...

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2007


Ξεφλουδιζω την καρδια μου με ενα λεπτο , κομψο μαχαιρι. Την κοβω στα τεσσερα και καθε τεταρτο στα δυο.
Κατασπαραζεις τα κομματια και δεν αντεχω το θορυβο απο τα δοντια σου στην τρυφερη σαρκα.
Μα δεν εχω και κουραγιο να σου μιλησω.
Σε κοιταω με ματια νεκρα. Για να καταλαβεις.
Σου ακουμπω το χερι για να καταλαβεις.
Ομως εσυ δεν..
Ωρες ωρες φτιαχνω ελεγειες για τη ζωη που δε θα ζησω.
Και γι αυτην που αφησα να σβησει στο μονοπατι του χρονου.
Αυτο ειναι το μονο που δε μου συγχωρω. Αυτο και την ανοχη μου.
Γιατι οτι αφηνεις ελευθερο τελικα σε προδιδει.
Αυτο που με τυλιγει κραδαινοντας τα κοκκαλα του κορμιου μου ειναι φθορα.
Δεν αποτρεπεται.

Last dusk on earth


Οι παρενεργειες μιας θεραπειας.
Αλλοιωση της σκεψης.
Σε σκεφτομαι.
Εισαι μονη πανω στο καραβι και δεν ξερεις που πηγαινεις.
Δεξια σου βλεπεις φωτιες, αλλα δε διασχιζεις τη Γη του Πυρος.
Σου λειπω.
Ο εγκεφαλος ομως προτιμα να σκαρφαλωνει ψηλοτερα απο το να ερθει κοντα σου.

Βρηκα ενα νεκρο εξω απο την πορτα το πρωι.
Εκλεισα τα ματια και περασα πανω του.
Ετσι συνεχισα να περπαταω.