Τετάρτη 27 Ιουνίου 2007

9030

Tί να ζηλέψω από το καλοκαίρι; Μήπως ξέρω και τί σημαίνει; Είμαι μικρή ακόμη και δε βιάζομαι να μάθω. Κρατάω την αναπνοή μου και βουτάω. Μετράω ώς το πάντα και ξαναβγαίνω στην επιφάνεια. Εκεί οι εικόνες ίδιες πάντα. Η πόλη αυτή με πιάνει από το λαιμό και με σφίγγει. Ίσως γιατί δεν ξέρω τί να πιω για να δροσιστώ. Άρρωστα, καυτά ψυγεία μου προσφέρουν άπλετη υγεία. Και γω δεν ξέρω πόση υγεία να διαλέξω. Η υγεία που χρειάζομαι δεν συντηρείται σε ψυγείο. Γράφεται σε χαρτί. Μερικές τιμές είναι. Που αλλάζουν τη ζωή .Ίδιες συζητήσεις παντου. Βλέπω ανθρώπους με βαλίτσες και θέλω να ρωτήσω: Είστε σίγουροι πως τα πήρατε όλα; Τα κόμπλεξ σας; Τους φόβους; Την ανία; Την αγαμία σας; Την κακή σας ματιά για τον κόσμο; Την ανάγκη σας για επίδειξη; Ώραία τότε είστε πραγματικά έτοιμοι. Ωω το χρώμα σας μόνο Πώς να σας το πω! Μοιάζετε με σκατό. Όχι όχι σοκολάτα. Σκατό πατημένο με μύγες. Προτιμάτε τη λάμπα από τον ήλιο; Ω τι χαζή που είμαι ! Λάμπα πριν τον ήλιο κι ύστερα τον πιέζετε να γίνει φίλος σας. Αλοίφεστε και περιμένετε να σας χρωματίσει. Τί καημένοι είστε! Μα πως τον θέλετε φίλο σας με αυτά τα τεράστια γυαλιά! Πόσο τα πήρατε; Αα τόσο ακριβά. Μα δεν μπορούμε να έχουμε φίλους αν δεν τους κοιτάμε στα μάτια. Στ'αρχίδια σας ε; Μια πλάνη το καλοκαίρι. Θέλω να πιω velhu verde, το έχω ανάγκη. Να ξαπλώσω πάνω σε ένα τοιχάκι κάτω από μια σκιά. Να φοράω ένα φουστάνι και τίποτα άλλο, με ανοιχτά τα πόδια. Το ένα λυγισμένο και το άλλο να κρέμεται , να το κουνάω στο ρυθμό των φύλλων που θα κουνιούνται από πάνω μου . Να'χω τα μάτια ανοιχτά κάθε ώρα. Να ζήσω στο κενό , να χαράξω από την αρχή πόλεις. Να τους δώσω ονόματα και σχήματα μικρών ζώων. Σχεδόν ποτέ δεν φοράω γυαλιά ηλίου. Κι αυτοί που φοράνε δεν ξέρω τί ακριβώς θέλουν να αποφύγουν. Το φως μάλλον. ϊσως γιατί δεν αντέχουν να βλέπουν τους διπλανούς τους, ίσως γιατί δεν αντέχουν να βλέπουν τον εαυτό τους. Μονάχα που δεν ξέρουν πως κι ο ήλιος φοράει γυαλιά. Τα γυαλιά του είναι τα σύννεφα. Κρύβεται εκεί όταν δεν αντέχει να βλέπει την ασχήμια του καλοκαιρινού κόσμου. Την παρέλαση κρέατος σε χρώμα δεόντος σκατί σε συνδυασμό με την απουσία χρωματιστής ώρας. Φοράω την καλή μου στιγμή και βγαίνω κι εγώ. Κάθε βήμα πονάει αλλά δεν το δείχνω. Το αποφάσισα. Αυτό το καλοκαίρι δεν θα με δει κανείς να πονάω. Όταν δεν θα αντέχω άλλο θα γυρίζω στο σπίτι και θα ξαπλώνω μπρούμυτα χωρίς να φοβάμαι. Δεν ξέρω πόσες άλλες λύσεις μου μένουν. Και κείνη, η παλιά.... Που άλλοι τη λένε λύση κι άλλοι λύσσα, αν δεν πετύχει την πρώτη φορά δεν πετυχαίνει ποτέ. Τσάμπα κόπος κι ετοιμασία. Τσάμπα.. Αααα και τώρα που το θυμήθηκα! Γιατί λέμε καλό καλοκαίρι;;; Αφού περιέχει έτσι κι αλλιώς τη λέξη -καλό! Κι αν είναι έτσι γιατί δεν το λέμε έτσι σε όλες τις υπόλοιπες ευχο-λέξεις; Καλή καληνύχτα λοιπόν. Ακούγεται πιό όμορφα έτσι...

Τρίτη 26 Ιουνίου 2007




επαναλαμβάνομαι δένω τα χέρια σε σχήμα καρδιάς και τα πουλάω χωρίς ανταλλάγματα πια ξυπνώ τις νύχτες ρίχνω νερό στο πρόσωπο ανάβω τσιγάρο πρώτο, δεύτερο μουσική κυλά στο αίμα και ζέστη μου σφυρίζει στο αυτί χαμόγελα φυλάω σε κρυοθαλάμους και συναισθήματα που μάλλον ήρθε καιρός να ανατείλουν αλλά αυτό το λέει το μυαλό που δεν το εμπιστεύομαι πολύ τώρα γιατί με προδίδει πιο πολύ από κάθε άνθρωπο θέλω να βρέξει για να ηρεμήσω αλλά δεν(..)στραγγαλίζω τα όνειρα με μαντίλι το φόβο για να πετάξω χάρτινα τα κορμιά τους μέσα μου να αποσυντεθούν επαναλαμβάνομαι όπως κάθε φορά που μπερδεύομαι και θέλω να μπερδέψω αν ψηλαφήσεις το δέρμα μου οιδήματα θα βρεις και αν μου πεις τι έχουν μέσα τους θα κερδίσεις την έννοιά μου όμως ακόμα κι αυτή αναρωτιέμαι αν τη χρειάζεσαι αφού εσύ κι εσείς χωρίς εμένα προχωράτε ενώ εγώ χωρίς εμένα απλά επαναλαμβάνομαι και δεν (;) υποκλίσεις χαριτωμένες κάνω μπροστά σε ένα κοινό κενό χωρίς λέξεις όμορφες να πω αφού μάλλον το νόημα τους μου είναι αόρατο και πως να πεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις απλά για να το πεις τα κύτταρα της μοναξιάς πολλαπλασιάζονται (καρκινικά οριζόμενα αφού οι ρυθμοί τους είναι ατίθασοι πια πέρα από έλεγχο ανθρώπινο) (επανα)λαμβάνω σήματα μορς αγάπης μακρυνής που θέλει να με σώσει (θέλω να σκέφτομαι) όμως όλα τώρα είναι πιο απ(α)λά όταν τα θ(ε)ωρείς με μάτια ξένα βάζω τελεία. επαναλαμβάνομαι.

Seduced..

Ενα εμφυτο λογισμικο το οποιο ρυθμιζει τους κυκλους. Ανοιξη-καλοκαιρι-φθινοπωρο-χειμωνας . Και παλι ανοιξη...
Ζωη-αναπτυξη-γηρας-θανατος. Και παλι ζωη...


Είχα σχεδόν πάψει να αναπνέω όπως παλιά. Θα μπορούσα να το έχω παρατείνει περισσότερο, όμως δεν θα είχε νόημα, ο πόνος θα εξακολουθούσε να είναι το ίδιο αφόρητος. Έπρεπε να το επισπεύσω.. Δεν άντεχα άλλο. Να θυμάμαι, να σκέφτομαι ή να νιώθω. Ήλπιζα πως θα τελειώσουν όλα γρήγορα..

Αποπτωση, ο προγραμματισμενος θανατος των κυτταρων.
Μια κοινοτητα με νομους και αρχες.

Θεωρητικα ολα ειναι αναστρεψιμα.

Αρκει να γινουν αργα και προσεκτικα.

Αυτη ειναι η δουλεια μου.


Ήξερα πως έτσι θα ξαναγεννηθώ. Θα λειτουργούσαν όλα από εκεί που σταμάτησαν. 'Η από την αρχή.. Υπήρχε άραγε τρόπος να το αποφύγω..; Να σταματήσω ή να σαμποτάρω τη μηχανή..; Έψαχνα απεγνωσμένα για μια λύση, όσο ακόμη μπορούσα. Όσο χρόνο μου απέμενε, πριν με χώσουν σ' εκείνον τον καταραμένο τομογράφο και με κάνουν 'καινούρια'..


Πιανω τον χρονο της και τον επιμηκυνω σαν ελαστικη μεμβρανη.
Βρισκω σημεια που εχει φθαρει, μικρες οπες οι οποιες χρειαζονται μπαλωμα και τις διορθωνω.
Ετσι, οταν ξυπνησει ειναι σαν ενα βρεφος με επιλεκτικη μνημη.
Στο επομενο, εντελως πανομοιοτυπο σταδιο.


Η ίδια μανιακή σκέψη συνέχιζε να μου τρυπάει το μυαλό. Ο μοναδικός φίλος που μου είχε απομείνει, εκείνο το παλιό περίστροφο.. Το έσφιγγα πάνω μου δυνατά, μην το χάσω κι αυτό.. (Φυσικά και φοβόμουν. Σαν τον κατάδικο που τον οδηγούν στην κρεμάλα, μόνο που θύμα και θύτης τώρα, ήμουν μόνο εγώ..)

Μυριζει ομορφα.
Το δερμα της φαινεται να ιδρωνει.

Ειναι ομορφη.
Υποτιθεται οτι δε θα μπορουσα ποτε να νιωσω τις τρεις διαστασεις.
Θα ηταν πολυ λιγες και βαρετες.

Δεν κατάλαβα πώς ή πότε έγιναν όλα. Μόνη μου αγωνία, αν αυτή η γαμημένη σφαίρα είχε βρει το στόχο της.. Πλησίασα. Τα μάτια μου ανοιχτά, καρφωμένα στο κενό, παγωμένα.. Με πιο προσεχτική ματιά στο πλάι, είδα πως το τραύμα ήταν ευτυχώς διαμπερές..


Μπορω να βλεπω το προσωπο σου;
Ξεχναω πως ειναι.
Ελπιζω οτι οσο πιο πολυ το βλεπω τοσο περισσοτερο θα το θυμαμαι.


Δεν πρόσεξα πότε ήρθε. Δεν είχαν περάσει παρά λίγα λεπτά.. Τον παρακολουθούσα με περιφρόνηση, αλλά ούτε στάλα φόβο, όση ώρα του πήρε για να με 'μαζέψει'.. Δεν τον φοβόμουνα.. Για την ακρίβεια, δεν ένιωθα τίποτα απολύτως. Αλλά δεν φαντάστηκα στιγμή πως θα παρέβαινε πρωτόκολλο και κανόνες..

Μια μικρη παρακαμψη.
Παμε να περπατησουμε.

Δεν ξερω που βρισκομαστε.

Δικος σου ή δικος μου κοσμος.

Μ' αρεσει απλως που ειμαστε μαζι.


Το μόνο που ζητούσα ήταν να πατήσω πάνω στη δική μου κόλαση. Και τώρα αυτός .. Παραβιάζει το δρόμο μου και με σέρνει σ 'έναν τόπο που δεν έχω ξαναβρεθεί . Σε κοιτάζω. Ξέρεις κάτι; Τα έβλεπα όλα παραμορφωμένα. Πάντα.. Κι εσύ δεν μοιάζεις πια τόσο διαφορετικός. Δεν με πειράζει.. Αλήθεια.. Πάντα ήθελα να γνωρίσω έναν άγγελο. Ή μήπως δαίμονα..; Μην μου αφήσεις το χέρι.. Όχι εδώ. Σε κρατάω..

Hana – By "Zemotion"

Seducing Weirdo

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2007

Γύρισα πίσω, ουρανέ...


Γύρισα στο σπίτι βιαστικά
κι έκλεισα πόρτες και παράθυρα,

να μην ακουω τίποτα

Έβαλα στις σκέψεις μου φωτιά
μα την αλήθεια μου φλερτάρουν
δυο ηλιαχτίδες που ξετρύπωσαν κρυφά.

Τίποτα δε θα' ναι όπως παλιά.

Κι έμεινα μόνος να σκεφτώ πριν συνεχίσω
σ' άφησα πίσω ουρανέ, σ' άφησα πίσω
κρεβάτι για να κοιμηθώ πώς θα στρώσω
μέχρι να έρθει ο καιρός να σ' ανταμώσω.

Και γίνεις θάλασσα πλατειά
και πνίξεις τα όνειρά μου πια κι ό,τι έχω ζήσει.

Κι έφτιαξα ψέμα για να ζω όπως θα νιώθω
και το στεφάνι σου έβγαλα να μη ματώσω
Έφτιαξα χίλιες αφορμές για να θυμώσω
κι έτρεξα μίλια μακριά να σ' ανταμώσω

Μα μόλις έφτασε η στιγμή
το δάκρυ μου έγινε βροχή γύρισα πίσω
γύρισα πίσω ουρανέ, γύρισα πίσω.

Και γύρισα στο σπίτι βιαστικά
κι άνοιξα πόρτες και παράθυρα ν' ακούω οτιδήποτε
φούντωσα του νου μου τη φωτιά
μα την αλήθεια μου φλερτάρουν τώρα πια δυο ψέματα.

Μα δε με νοιάζει αν δεν είναι όπως παλιά...
Τους στίχους και τη μουσική μας τους χάρισε ο Σείριος.
Η παρεά λέγεται Μωβάστρο.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2007


Σαν μικρο παιδι δεν πηρε ποτε δωρο.
Μεγαλωνοντας εμαθε να τα βρισκει και να τα συλλεγει.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2007

would you mind if i kill you?




Όχι; Οπλίζω το στόμα μου με πέντε γράμματα βόλια, σε σημαδεύω κατευθείαν πάνω στην αριστερή τσέπη του καλοσιδερωμένου σου πουκάμισου και σε πετυχαίνω.

Η τιράντα μου γεμίζει κόκκινα χρώματα και τα δαχτυλά μου αποχαυνωμένα κρέμονται παροπλισμένα από το μισό μου φτερό.

Οι λέξεις λουφάζουν στο λαγούμι του κεφαλιού μου μη ικανές να φτιάξουν μια πρόταση, καταδικασμένες στα βουβά απογεύματα που απλόχερα μου χαρίζεις.

Γιατί μου την πήρες εκείνη την γαμημένη σου πορτοκαλί φέτα ηλιαχτίδα; Γιατί δεν μου την άφησες να ακουμπάω το θολωμένο μου κεφάλι να χαράζει πιο γρήγορα;

Που είσαι όταν περιστρέφομαι γύρω από τον πυρήνα μου , μην έχοντας το κουράγιο να καταγράψω την ετυμολογία όλων όσων είπαμε;

Γιατί δεν έρχεσαι όταν σε περιμένω στις ταράτσες του κόσμου με ένα ζευγάρι παραπονεμένα μάτια και χίλιες σιωπές πάνω μου σαν ράμματα από εγχειρήσεις ;

Γιατί να πρέπει να φύγω πάλι ηλιαχτίδα, και να μην έχω να σου αφήσω τίποτα παραπάνω από τον κλαυσίγελο του Ιούνη μου , δυό κούτες περηφάνιες και εκείνον τον σπασμένο ώμο που τόσες φορές σε προσκάλεσα να ακουμπήσεις λίγο από το σκοτάδι σου να μην κυρτώνουν οι δικοί σου;

Κι αν σου ζήτησα το αβάσταχτο πολύ, γιατί δεν κατάλαβες πως το έκανα επειδή είχα ακόμα περισσότερο να σου δώσω και πως αυτό δεν επιδέχεται κανενός είδους συμβιβασμό;

Αν

Νίκησες

Τότε

Ικευτεύω

Οίκτο


Ακούς ηλιαχτίδα;

Τρίτη 19 Ιουνίου 2007

Τα χέρια δεν ξεχνούν...



Ένα γύρο το φεγγάρι κι άλλον έναν η ζωή
στέκεσαι γυμνή μπροστά μου
κάνει ο χρόνος μια ρωγμή
κάνω την φωτιά μου χάδι και σου κρύβω την πληγή
που από τότε που θυμάμαι μου κλειδώνει το κορμί

Δύο γύρους το φεγγάρι το κορμί μου σε ζητά
απ’ τα δάχτυλά μου βγαίνουνε μαχαίρια κοφτερά
μη φοβάσαι είναι για ‘μένα στη φωτιά μου θα καώ
δεν ζητάω δική μου να ‘σαι θέλω μόνο να σε δω

Δέκα χρόνια δέκα αιώνες
λύσεις ψάχνουν να μου βρουν
δεν με ξέρεις μα το ξέρεις πως τα χέρια δεν ξεχνούν
κάτι νύχτες ματωμένες που αδιάφορα περνάν
που τα σώματα διψάνε μα τα μάτια αλλού κοιτάν

Τρεις φορές θα σε ρωτήσω αν υπήρξε μια φορά
που ήσουν μόνη στο σκοτάδι κι ήμουνα παρηγοριά
τρεις φορές θα σε ρωτήσω π;vς το χρόνο σταματάς
όταν έρχεσαι τα βράδια και στα μάτια με κοιτάς.


Οι στίχοι και η μουσική ανήκουν στη Δανάη Παναγιωτοπούλου.