Ανθρώπινα σταθμά
Έβγαλε τα ρούχα του και για πρώτη φορά τα δίπλωσε στο κάτω μέρος του επίσης πρώτη φορά στρωμένου κρεβατιού. Οι κάλτσες κατευθείαν στο καλάθι με τα άπλυτα και τα παπούτσια τοποθετημένα στη γωνία του μικρού διαδρόμου να μην πιάνουν χώρο. Αν ήταν έρωτας δεν ήξερε, ήταν πολύ νωρίς. Έμοιαζε όμως, είχαν παρόμοιο DNA. Ο ενθουσιασμός πάντως έτρεχε από το μέτωπό του σαν ιδρώτας στο μέτωπο μαραθωνοδρόμου. Επίσης μόνο που ήξερε ήταν πως είχε φροντίσει τα πάντα στην εντέλεια. Ακόμα και ο σκύλος είχε φάει βραδινό από τις πέντε, just in case. Θα έβγαινε από το μπάνιο, θα σκουπιζόταν καλά και θα αρωματιζόταν, θα ντυνόταν, θα έμπαινε στο αυτοκίνητο, θα περνούσε από το ανθοπωλείο με τα ζουμερά τριαντάφυλλα στη βιτρίνα, θα αγόραζε το καλύτερο και θα το έβαζε μαζί με το cd που της είχε γράψει από χθες στη θέση του συνοδηγού. Εκείνη θα ξαφνιαζόταν αλλά θα έδειχνε με τα μάτια της πως δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερο ξεκίνημα η βραδιά. Τα υπόλοιπα θα έρχονταν μόνα τους, μπορεί και να τη φιλούσε από την αρχή φέρνοντας τα πράγματα ένα βήμα πιο κοντά. Πόσο καιρό είχε να ερωτευτεί; Χρόνια; Δεν θυμάται, μάλλον δεν μέτρησε ποτέ. Δεν μετρείται η απουσία του έρωτα με ανθρώπινα σταθμά. Ευπειθώς αναφέρω: πιθανός έρως προ των πυλών.
Το κινητό χτύπησε μία, δονήθηκε άλλη μία και σταμάτησε. Μόλις είχε βγει από το μπάνιο και μόλις είχε προλάβει να τυλίξει την πετσέτα γύρω από τη μέση του. Ματιά θολή μέσα από τον καθρέφτη. Παντού νερά. Είχε γυρίσει από τη δουλειά και δεν αισθανόταν καλά. Θα ξάπλωνε για να ξεκουραστεί, μπορεί και να κοιμόταν. Λυπόταν και τα λένε. Εκείνος σκουπίστηκε καλά, φόρεσε την κολόνια στα στρατηγικά σημεία, έβαλε το λατρεμένο του πουκάμισο που το είχε πλύνει και σιδερώσει από την προηγούμενη, το ίδιο και το παντελόνι. Φόρεσε κάλτσες και παπούτσια, έπλυνε καλά τα δόντια, τα ξέπλυνε με στοματικό διάλειμμα και πήρε το αυτοκίνητο. Αγόρασε τριαντάφυλλο από το ανθοπωλείο με τα καλά στη βιτρίνα, το ακούμπησε στη θέση του συνοδηγού, έβαλε το cd με τις επιλογές να παίζει και κατέβηκε στην παραλία με τα πεύκα, κοντά στο άσπρο σπιτάκι που κάποτε έμενε λέει ένας ποιητής. Τράβηξε χειρόφρενο, έβαλε τα φώτα στη μεγάλη σκάλα και στάθηκε μπροστά τους με το τριαντάφυλλο στα δόντια. Το τραγούδι που ακούστηκε ήταν αυτό που μπορείς να ακούσεις δίπλα με ένα κλικ. Ο μονόλογος ήταν κλεμμένος από τον Δον Κιχώτη και νοθευμένος με έναν άλλο, από τον υπό άλλες συνθήκες μόνο της ιστορίας, τον Άμλετ. Δε γαμιέται, εξάλλου και οι τρεις μόνοι ήταν. Το ξημέρωμα που τον βρήκε ξυλιασμένο στα χορτάρια ήταν της εικοστής δευτέρας Μαΐου. Και τον ποιητή που κάποτε ζούσε εκεί δίπλα τον έλεγαν Άγγελο.
*Ο πίνακας που κοσμεί το ποστ είναι ο The Old Guitarist του Pablo Picasso και είναι λατρεμένος.





