Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

επιλογές.


ήταν άδικο.
ακόμα είναι. δεν μου είπατε ποτέ πως είχα την επιλογή της δικής μου επιλογής.
αυτό που θυμάμαι να ακούω αμυδρά πριν κλείσουν τελείως τα μάτια μου ήταν οι λέξεις, "δεν είναι ποτέ δική σου επιλογή.".
και έτσι ξύπνησα. με την ιδέα αυτή.
με τις επιλογές μου κρυμμένες στη σκιά των δικών σας. και δεν ξαναβγήκαν.
και τώρα τι;
μου λες ότι έχω την επιλογή;
ότι πάντα την είχα;
αυτό είναι άδικο... το ξέρεις.
γιατί είναι πλέον αργά.
οι επιλογές μου είναι χτισμένες πάνω στις δικές σας.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

άχρωμο - άοσμο - άγευστο - ξένο - δικό μου





I feed my belly with butterflies of sorrow
and sour blackberries
so that I can sleep serenely every dark night .
I cannot hear the song of your tears.
Tell them to speak louder..
my ears are broken.
My tongue is captured/I speak of dreams, only.
You can lick my eyes, there lies my simplest truth.
And you can bring me tulips, utterly red.
I float in the air, breathe me.
I don't exist,i am just the ink of your pen.

© alicia

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

elsewhere. where?

The words
in your letters
I couldn't decipher
Never allowed
to fall
for the sun
For the rain
is intended

for me


Come
on
dance
with
me

To the end of the world

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Λίγη.

κάτι φορές , φοβάμαι να κοιτάξω μέσα μου.
για να μην απογοητευτώ.
μα έτσι απογοητεύομαι χειρότερα.
έτσι με παίρνει η μπάλα. κι εμένα και τον άνθρωπο που έχω δίπλα μου.
και στο κλικ του λεπτού τα γαμάω όλα.
μα όλα.
και το μόνο θάρρος που βρίσκω, αρκεί για να αραδιάσω 5 γραμμές στην κούφια οθόνη ενός υπολογιστή.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Δεν βλέπω τίποτα.




Λοιπόν , δεν βλέπω τίποτα.

Έχουν φυτρώσει μαλλιά στα μάτια μου. Πως λέμε μάλλιασε η γλώσσα μου; Καμία σχέση.
Μάλλιασε το χέρι μου. Γράφοντας . Συχνά ασύνδετες μαλακίες και συχνότερα συνδεδεμένες μαλακίες.
Όπως τώρα.
Οι καλύτεροι και ανώτεροι τρόποι έκφρασης του ανθρώπου είναι το sex , η τέχνη και το γράψιμο. Δηλαδή το sex και το γράψιμο. Μαντέψτε τι δεν κάνω αυτή την στιγμή.
(...)
Όπως τώρα.
Όπως τώρα που βλέπω την εικόνα ενός επίδοξου ψυχαναλυτή να “χαμογελάει” διαβάζοντας.
Ο πιο επίδοξος όλων είναι(είμαι) όμως , εγώ ο ίδιος. Και “αναλύωντας” πάω.
Λοιπόν , δεν βλέπω τίποτα.
Η "αυτοψυχανάλυση" (στην οποία εμπαιχτικά και σαρκαστικά {για εμένα και όποιον άλλο}θα επιδοθώ) , έιναι στην ουσία αυτοκολακεία. Επιλεκτικά (δήθεν)”διαβλέπω, εισδύω, σαλεύω, καταπραύνω, εκφράζω, προσφιλεύω, αποδέχομαι, κατανοώ, κουβαλάω, απολύω, προσλαμβάνω, απολαμβάνω, διατυμπανίζω” και εν τέλει λέω πως (δήθεν) , λοιπόν , δεν βλέπω τίποτα.
Όλα αυτά ανθρώπινα και κατανοητά.
Ανάγκη και ενοχή , αυτοεπιβεβαίωση και αυτοσεβασμός, διαχείριση συμπλεγμάτων. ΕΓΩ.
Όπως τώρα.
Ένας blogger.
Ένα πελώριο Pseudoντιβάνι με αυτοψυχαναλούμενους.
Που δεν βλέπουν τίποτα.(δήθεν)
Ο άνθρωπος είναι μεγάλος ψεύτης. Γι'αυτό ανέπτυξε μυαλό.
Και για αυτό κρύβει το πρόσωπό του πίσω απο μαλλιά και πίσω από οθόνες.
Εκεί είναι και ο ψυχαναλυτής και ο ψυχαναλούμενος. Ο ερευνητής και η έρευνα. Ο μόνος και οι πολλοί.

“Αληθινό "το", επίθ. Ευφυής ανθρώπινη σύνθεση, της επιθυμίας με την πραγματικότητα. Η ανα-κάλυψη του αληθινού αποτελεί αποκλειστική και παταγώδη αποτυχία της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας και θα συνεχίσει να το κάνει μέχρι το τέλος του κόσμου.”

on the Internet , nobody knows you are a dog.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Πού είχαμε μείνει;


Πού είχαμε μείνει; Α, ναι. Ακούγαμε απαγγελίες της Δημουλά· ένα ποίημα για τη βροχή και διαφωνούσαμε φωναχτά και γελαστά για το πώς θα πρέπει να γράφεται το «σι» της βροχής. Κι έλεγες σίγμα γιώτα. Κι έλεγα σίγμα ύψιλον σαν να’ τανε εσύ αυτός ο ήχος. Και να λέει η Κική το σίγμα γιώτα και να μειδιώ αμήχανα που το σκέφτομαι λάθος και να ξέρω πως είναι σωστό το σίγμα ύψιλον της βροχής. Κι έξω να έχει λιακάδα και κρύο ενός Φλεβάρη ψεύτη και να μην μου κάνει η καρδιά να αφήσω το πάπλωμα και τον ζεστό καφέ με τις πολλές κουταλιές για να βγω να ταΐσω τον σκύλο σφίγγοντας το μπουφάν γύρω από τους ώμους, να ρίξω το νερό στα λουλούδια, να τσεκάρω το γραμματοκιβώτιο, να με δει η γειτόνισσα με τις πυτζάμες έντεκα η ώρα το μεσημέρι. Θα βγεις εσύ ή εγώ; Νοστάλγησα την μυρωδιά της πρωινής εφημερίδας ανακατεμένη με τον καφέ που κοντεύει να παγώσει και εκείνη τη βανίλια που κρέμασες στο ράφι πάνω από το γραφείο να δροσίζει. Πάνε χρόνια; Λίγα ή πολλά; Η μνήμη δεν με βοηθά· ποτέ δεν βοηθούσε. Πάντα σκυμμένος πάνω από βιβλία και χαρτιά, λογαριασμούς, υποχρεώσεις, γραμμάτια και μια οθόνη γεμάτη χιόνια (έχουμε λάθος στραμμένη την κεραία), ξέχασα να πρέπει να θυμάμαι. Ξέχασα πώς είναι να θυμάμαι. Μόνο πιες το νερό ως το τέλος- δεν κάνει μόνο μια γουλιά. Μόνο ντύσου καλά και σκούπισε τα μαλλιά με την πετσέτα γιαατί ο καιρός δεν αστειεύεται (πότε αστειευόταν; μην παίζεις με το ρημαγμένο μου μνημονικό. Ποτέ δεν μας λυπήθηκαν οι καιροί). Μόνο σταμάτα αυτά τα γραψίματα και θα κάψεις την ψυχή σου. Θα βγεις εσύ. Και θα ταΐσεις τον σκύλο σφίγγοντας το μπουφάν γύρω από τους ώμους σου, θα ρίξεις νερό στα λουλούδια και θα τσεκάρεις το γραμματοκιβώτιο ενώ θα σε κοιτά η γειτόνισσα που είσαι με τις πυτζάμες στις έντεκα η ώρα το μεσημέρι. Και θα’ σαι εσύ.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

sometimes




καμιά φορά τριγυρνάω στους δρόμους σαν δαρμένο σκυλί. γυρνώ τα μάτια τριγύρω με το φόβο πως θα συναντήσω τους διώκτες- εφιάλτες μου να. καμιά φορά θέλω απλά να καθίσω σε ένα πεζούλι και κα ξαποστάσω. να μη με νοιάζει που οι άνθρωποι μου πατούν το κασκόλ ή με σπρώχνουν. καμιά φορά μου έρχεται η παρόρμηση να αγκαλιάσω έναν άγνωστο. να τον ρωτήσω το όνομα του και να του πω το δικό μου. να όπως σήμερα που έπεσα πάνω στο παιδί με το κιβώτιο γεμάτο μπουκάλια από γυαλί. και είδα ένα χαμόγελο αληθινό. καμιά φορά θέλω να σε πάρω τηλέφωνο κι ας είναι κι αυτό νεκρό. το θυμάμαι ακόμα. καμιά φορά θυμάμαι κι εμένα να με σηκώσω, να με ταϊσω, να με φροντίσω. καμιά φορά.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Ουσίες


Ποιο είναι το αγαπημένο μου τραγούδι; Εσύ δηλαδή έχεις ένα αγαπημένο τραγούδι; Ή αλλάζεις κάθε τόσο; Πώς μπορείς να ξεχωρίσεις μονάχα ένα· φόντο στη μισή ζωή μου ένα ραδιόφωνο που συνεχώς στέλνει τραγούδια. Το πρασινοκίτρινο φωτάκι με τα νούμερα, η συχνότητα, η ένταση, το κοντρόλ που έζησε μονάχα λίγους μήνες, η κεραία που έσπασε με τη μετακόμιση. Κι έπειτα μικρές επισκευές, μπαλώματα και βόλτες το δωμάτιο να ψάχνουμε το σήμα. Ποιο είναι λοιπόν; Σου έχω ανθολογήσει μερικά, έτσι για να σταματήσεις να ρωτάς και να με κουράζεις. Ξέρεις κι εσύ πόσο κουραστικές είναι οι σούμες παρόλο που επιδίδεσαι συνεχώς σ’ αυτή την διαδικασία. Με το πρώτο έμαθα να ακούω μουσική κάπου στα δεκατρία. Πριν από αυτό σκοτάδι. Πριν από αυτό ξεπεσμένα λαϊκά στο αυτοκίνητο και βίντεο-κλιπ και νιου τσάνελ τα μεσημέρια. Με το πρώτο έμαθα να θέλω να φύγω. Το δεύτερο ήρθε μέσα από ψάξιμο για ανανέωση του μουσικού αποθεματικού που τότε μετρούσε μόλις 4 δισκάκια και καμιά δεκαπενταριά κασέτες. Με το δεύτερο έμαθα να γυρίζω. Πριν από αυτό ένα σπίτι κι ένα μπαλκόνι στον πρώτο, η βαβούρα του δρόμου και η συνεχής παρουσία του γείτονα. Πριν από αυτό συντονισμένες συγκαλύψεις με καταναλωτικές υπεκφυγές. Πριν από αυτό υπήρχε πρόγραμμα. Με το τρίτο ταξίδεψα ευχόμενος τη μη επιστροφή. Πήγα και ήρθα μια φορά μέσα σε λίγα χρόνια κι αν με ρωτάς ούτε θα γύριζα ποτέ. Ποτέ- ποτέ. Πριν από αυτό η πραγματικότητα της φυγής περιοριζόταν σε μια ευχή, λίγα χαρτιά και μπόλικη μελάνη. Πάντα θηλυκή η μελάνη. Πάντα. Με το τέταρτο γνώρισα την Αθήνα. Χωρίς να το έχω σκοπό, να, έτσι, σαν να μην είχε άλλη διέξοδο η μοίρα και θέλησε να αποσπάσει ένα ηλεκτρόνιο από δίπλα. Δεν είμαστε πιο μεγάλοι από ένα ηλεκτρόνιο σου λέω. Ώρες ατέλειωτες, ξενυχτισμένες διαδρομές και ανήμπορες υποχωρήσεις, πείσματα και ξεσπάσματα, Φάληρο- Σύνταγμα με εκατόν τριάντα στη Συγγρού, αναζητώντας τη ριμάδα την ουσία που αν με ρωτήσεις τώρα, δύσκολα θα μπορέσω να σου πω πού διάολο τη χάσαμε. Παρόλο που κι όταν την είχαμε δύσκολα την ορίζαμε. Έτσι είναι οι ουσίες. Ουσίες, ντόπες της ψυχής και των ονείρων. Εσύ ακόμα ονειρεύεσαι; Καλά κάνεις. Το πέμπτο είναι «εγώ». Κι όταν λέω «εγώ» εννοώ από την πρώτη λέξη μέχρι και την τελεία του τελευταίου ρεφραίν. Με το πέμπτο σε ερωτεύτηκα. Μην κάνεις πως δεν ξέρεις.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

Το βλέμμα του ήταν θολό όπως εδώ και αρκετά χρόνια. Κάπνιζε τσιγάρα που δεν έπρεπε, έπινε ποτά που δεν έπρεπε. Το σώμα του αρνιόταν να τα καταπιεί αλλά αυτός επέμενε. Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφη, πραγματικά όμορφη. Του φάνηκε παράξενο που μια τέτοια γυναίκα κάθεται μαζί του τόσο καιρό. Την κοιτούσε που κοιμόταν και την ερωτευόταν όλο και περισσότερο. Ήπιε δυο γουλιές και έστριψε ένα τσιγάρο. Πραγματικά νοιαζόταν για αυτήν. Ένα χαμόγελο έσκασε στα χείλη του. Είχε πολύ καιρό να νιώσει έτσι. Δεν ήθελε να την ταλαιπωρήσει, αλλά δεν μπορούσε να μείνει μακριά της. Ήπιε δυο γουλιές ακόμα και τράβηξε δυο τζούρες. Ήταν σίγουρος πια... Έσβησε το τσιγάρο. Ξάπλωσε δίπλα της και την φίλησε στον ώμο. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και τον αγκάλιασε. Ένιωθε την ανάσα της στο πρόσωπό του και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Έκλεισε τα μάτια και αποκοιμήθηκε. Αύριο βλέπουμε...

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

το τραγούδι του χρόνου...


Μία γκρίζα τούφα από τα μαλλιά της έπεσε στο πρόσωπό της.

Γύρισε και τον κοίταξε φοβούμενη μήπως την είδε που παραπάτησε.

Εκείνος γύρισε γρήγορα το κεφάλι του από την άλλη μεριά για να μην καταλάβει ότι την είδε.

Εκείνη του έπιασε το χέρι και εκείνος της το έσφιξε.

Προχώρησαν και κάθισαν στο ίδιο παγκάκι όπου είχαν κάτσει πριν 42 χρόνια στη παραλία.

Στο ίδιο παγκάκι όπου είχαν χαράξει το ίχνος τους πριν 42 χρόνια.

Στο ίδιο παγκάκι που τους ενώνει και πάλι δίχως να παραπονιέται για τα τόσα χρόνια απουσίας και για την αγάπη που εκείνοι κάνανε συνήθεια.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Prisma


Starport by Araken


Θα επρεπε να ερωτευτω καποιον που μιλαει γλωσσα παραξενη, αρχεγονη, ιερη,
να μην καταλαβαινω τιποτε.
Αυτο δεν προυποθετει ο ερωτας;

Αυτη τη στιγμη ειμαι ερωτευμενος μονο με τα νυχια μου.
Με το επιπεδο, αυτο που η μια ακρη του πεταγεται κοφτερη, σαν μπαλαρινα.
Τα τεσσερα ασσυμετρα και αμορφα πρισματα.
Τα δυο φθαρμενα, φαγωμενα απο την τριβη, ανυδρα.
Και τελος, τα δυο με τις προστατευτικες ταφρους.
Νομιζω οτι αυτα σου αρκουν για να με αναγνωρισεις μεσα στο πληθος.

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

Ocean is our playground-I


The tide-I


The tide-II

Πιστευα οτι αυτο το ταξιδι θα μου εδινε λιγη απο τη χαμενη εμπνευση
οι ανθρωποι, τα μερη που επισκεφθηκα, δε συνεβει ομως.
Γυρισα με αδειο το τετραδιο και γεματη τη μνημη των εικονων.
Αυτο που θα κανω ειναι να αποθηκευσω τις φωτογραφιες
κι αυτες καποτε
ισως και αυτες που κρυβονται στη φαντασια
μου δωσουν τις ιστοριες.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

Morphine Child


Bent by Nikosalpha

Ο Ραλφ ηταν ενα μελος της κοινοτητας που ολοι συμπαθουσαν.
Οταν καποιος νεος ερχοταν, ηταν αυτος που αναλαμβανε να τον καλωσορισει και να του συστησει τους καταλληλους ανθρωπους.
Ερχοταν ταξιδευτες απο ολα τα μερη του κοσμου στην κοινοτητα

κι ο Ραλφ παντα εβρισκε καποιο νεο που να ταιριαξει με το νεο.
Πολλα ζευγαρια προεκυψαν απο αυτο το ανεπισημο "παντρεμα"
σαν ενα ανθρωπινο παζλ.
Ποτε ομως δεν περασε απο το μυαλο του να συστησει τον εαυτο του.
Σαν να μην ετυχε ποτε να περασει ανθρωπος απο τα μερη του που να ειχε κατι κοινο μαζι του.
Σαν ενας ανθρωπος χωρις ιδιοτητες.


Αυτη ηταν η μονη του ασχολια.
Σπανια διαφωνουσε με καποιον και δε μιλουσε πολυ
ακομη κι αν ακουγε ιδεες αντιθετες απο τις δικες του.
Το πιο σημαντικο πραγμα στη ζωη του
αυτο που πιστευε βαθυτερα, οι ιδεες του.


Η μορφη που σας παρουσιαζω μπορει να φαινεται σαν μια συμπαθητικη φιγουρα
ή σαν ενας ανθρωπος μοναχικος
ταπεινος, χωρις προσωπικοτητα.
Μετα την ερωτικη πραξη συνηθιζε να απομακρυνεται σαν πληγωμενο ζωο
και να καθαριζεται.
Ειχε διαβασει καπου οτι η κορυφωση ειναι το τελος της ενωσης δυο ανθρωπων εις σαρκαν μια
μετα κλεινεται παλι ο καθενας στο καβουκι του.
Δεν ηταν αυτος ομως ο λογος που την αφηνε μονη καθε φορα που τελειωνε.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Ανθρώπινα σταθμά


Είχε από μέρες ετοιμάσει εκείνη τη βραδιά. Είχε μετρήσει τρεις και τέσσερις φορές τους χρόνους των διαδρομών, έχοντας συμπεριλάβει κάθε ενδεχόμενη καθυστέρηση από σκόρπιους παράγοντες: κλασική γυναικεία αργοπορία, κίνηση, φανάρια, πάρκινγκ… Είχε πλύνει και είχε σιδερώσει από την προηγούμενη το μαύρο πουκάμισο που λάτρευε, αλλά και άλλο ένα, μαύρο κι αυτό με λεπτές, άσπρες ρίγες, σε περίπτωση που έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και δεν βρισκόταν γύψος. Το ίδιο και με τα παντελόνια. Επίσης, μαύρες κάλτσες και παπούτσια δερμάτινα φρεσκοβαμμένα, τον αγαπημένο του σταυρό που φέρνει γούρι και την κολόνια στο τραπέζι που θα την έβαζε σε δύο καινούργια σημεία του σώματος που του έμαθε ένας «φίλος» πως είναι στρατηγικά. Το νερό έβραζε επί μία ώρα στο θερμοσίφωνο, για να μπορέσει να απολαύσει το μπάνιο του λίγο παραπάνω από το κανονικό. Όχι, δεν είχε προσδοκίες σαρκικού περιεχομένου εκείνο το βράδυ. Μονάχα θα είχε την ευκαιρία να λύσει εκείνο το μικρό κομπάκι που απέκτησε από την αρχή του μήνα, όταν εκείνη του χαμογέλασε από την άλλη άκρη του μαγαζιού. Ξανθή, ντυμένη στα λευκά, με μια φούστα ως το γόνατο και μια μπλούζα άνετη, σαν μια αέρινη παρουσία. Ναι, σαν νεράιδα. Μίλησαν επί ώρες, βρέθηκαν και τις επόμενες βραδιές, αλλάξανε και κινητά. Πάμε για ποτάκι θα έρθεις καμιά βόλτα; Σε δέκα είμαι εκεί. Έκανε να λούσει και τρίτη φορά τα λιγοστά μαλλιά του αλλά το μετάνιωσε, δεν βαριέσαι δεν πάω και για γαμπρός. Εξάλλου δεν ήταν και η πρώτη βραδιά που θα βρίσκονταν. Βέβαια θα ήταν η πρώτη βραδιά που θα την έπαιρνε από το σπίτι στις έξι και θα την γύριζε μετά τις δώδεκα το βράδυ. Επίσης θα ήταν η πρώτη βραδιά που θα έβγαιναν οι δυο τους, χωρίς τα διαολεμένα τα ηχεία να σου τρυπάνε το στέρνο και χωρίς τους γύρω-γύρω να στη σπάνε στην καλύτερη στιγμή της κατ’ ιδίαν κουβέντας σας. Άσε και αυτούς που κάνουν περιπολίες στο μπαράκι για να κόψουν κίνηση και σε σπρώχνουν κάθε λίγο.

Έβγαλε τα ρούχα του και για πρώτη φορά τα δίπλωσε στο κάτω μέρος του επίσης πρώτη φορά στρωμένου κρεβατιού. Οι κάλτσες κατευθείαν στο καλάθι με τα άπλυτα και τα παπούτσια τοποθετημένα στη γωνία του μικρού διαδρόμου να μην πιάνουν χώρο. Αν ήταν έρωτας δεν ήξερε, ήταν πολύ νωρίς. Έμοιαζε όμως, είχαν παρόμοιο DNA. Ο ενθουσιασμός πάντως έτρεχε από το μέτωπό του σαν ιδρώτας στο μέτωπο μαραθωνοδρόμου. Επίσης μόνο που ήξερε ήταν πως είχε φροντίσει τα πάντα στην εντέλεια. Ακόμα και ο σκύλος είχε φάει βραδινό από τις πέντε, just in case. Θα έβγαινε από το μπάνιο, θα σκουπιζόταν καλά και θα αρωματιζόταν, θα ντυνόταν, θα έμπαινε στο αυτοκίνητο, θα περνούσε από το ανθοπωλείο με τα ζουμερά τριαντάφυλλα στη βιτρίνα, θα αγόραζε το καλύτερο και θα το έβαζε μαζί με το cd που της είχε γράψει από χθες στη θέση του συνοδηγού. Εκείνη θα ξαφνιαζόταν αλλά θα έδειχνε με τα μάτια της πως δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερο ξεκίνημα η βραδιά. Τα υπόλοιπα θα έρχονταν μόνα τους, μπορεί και να τη φιλούσε από την αρχή φέρνοντας τα πράγματα ένα βήμα πιο κοντά. Πόσο καιρό είχε να ερωτευτεί; Χρόνια; Δεν θυμάται, μάλλον δεν μέτρησε ποτέ. Δεν μετρείται η απουσία του έρωτα με ανθρώπινα σταθμά. Ευπειθώς αναφέρω: πιθανός έρως προ των πυλών.

Το κινητό χτύπησε μία, δονήθηκε άλλη μία και σταμάτησε. Μόλις είχε βγει από το μπάνιο και μόλις είχε προλάβει να τυλίξει την πετσέτα γύρω από τη μέση του. Ματιά θολή μέσα από τον καθρέφτη. Παντού νερά. Είχε γυρίσει από τη δουλειά και δεν αισθανόταν καλά. Θα ξάπλωνε για να ξεκουραστεί, μπορεί και να κοιμόταν. Λυπόταν και τα λένε. Εκείνος σκουπίστηκε καλά, φόρεσε την κολόνια στα στρατηγικά σημεία, έβαλε το λατρεμένο του πουκάμισο που το είχε πλύνει και σιδερώσει από την προηγούμενη, το ίδιο και το παντελόνι. Φόρεσε κάλτσες και παπούτσια, έπλυνε καλά τα δόντια, τα ξέπλυνε με στοματικό διάλειμμα και πήρε το αυτοκίνητο. Αγόρασε τριαντάφυλλο από το ανθοπωλείο με τα καλά στη βιτρίνα, το ακούμπησε στη θέση του συνοδηγού, έβαλε το cd με τις επιλογές να παίζει και κατέβηκε στην παραλία με τα πεύκα, κοντά στο άσπρο σπιτάκι που κάποτε έμενε λέει ένας ποιητής. Τράβηξε χειρόφρενο, έβαλε τα φώτα στη μεγάλη σκάλα και στάθηκε μπροστά τους με το τριαντάφυλλο στα δόντια. Το τραγούδι που ακούστηκε ήταν αυτό που μπορείς να ακούσεις δίπλα με ένα κλικ. Ο μονόλογος ήταν κλεμμένος από τον Δον Κιχώτη και νοθευμένος με έναν άλλο, από τον υπό άλλες συνθήκες μόνο της ιστορίας, τον Άμλετ. Δε γαμιέται, εξάλλου και οι τρεις μόνοι ήταν. Το ξημέρωμα που τον βρήκε ξυλιασμένο στα χορτάρια ήταν της εικοστής δευτέρας Μαΐου. Και τον ποιητή που κάποτε ζούσε εκεί δίπλα τον έλεγαν Άγγελο.


*Ο πίνακας που κοσμεί το ποστ είναι ο The Old Guitarist του Pablo Picasso και είναι λατρεμένος.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

Αυταπάτες


Αυτός, ένας τραπεζικός υπάλληλος με κάποιες εσωτερικές ανησυχίες άνευ σημασίας και πέρα από τη μυρουδιά των χρημάτων που μετράει κάθε μεσημέρι δύο φορές κλείνοντας ταμείο. Αυτός, μετρά τους φακέλους του ΑΤΜ τα μεσημέρια στις τρεις, κάνει και κανένα δάνειο, πουλάει δήθεν αποταμιευτικά προϊόντα που είναι της μόδας, τρέχει να φωτοτυπήσει τις ταυτότητες. Ενίοτε, αυτός, φτιάχνει καφέ στην ομορφούλα πλην παντρεμένη συν εγκυμονούσα υπάλληλο του δίπλα ταμείου. Αυτός, ιδρώνει το πουκάμισο στο δεκάωρο που δουλεύει, το πλένει και το σιδερώνει μόνος του και μακριά από τις γκρίνιες γυναίκας, παιδιού και σκυλιού. Αυτός, πίνει νερό το μεσημέρι και μπύρα το βράδυ και πλένει πιάτα και ποτήρια μόνος του. Αυτός, κάποιες καθημερινές φοράει μια τσάντα «ταχυδρόμου» χιαστί, βγαίνει βόλτα στο Θησείο παρόλο που είναι καθημερινές, χαζεύει με τρυφερότητα τα κορίτσια που δείχνουν τον εαυτό τους, χτυπάει το εισιτήριο στον ηλεκτρικό, αγοράζει παλιά βιβλία στο μοναστηράκι και τρώει ένα «σουβλάκι στο χέρι» από του Μπαϊρακτάρη.

Αυτός, γράφει ημερολόγιο κι ένα πεζό που τελειωμό δεν έχει εδώ και χρόνια. Αυτός, γράφει και ποιήματα που δεν τα δείχνει σε κανέναν· τα καθαρογράφει με πένα σε κιτρινισμένα φύλλα οικολογικά και τα διαβάζει μισομεθυσμένος τα βράδια της Παρασκευής μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας. Αυτός, ακούει τραγούδια που δεν ακούνε στο γραφείο, τραγούδια που ακούνε τα γυμνασιόπαιδα και κλαίνε, γι’ αυτό ο υποδιευθυντής του είπε να μην αυτοκτονήσει πριν πιάσει τους στόχους του τριμήνου. Αυτός, μιλάει με τους ανθρώπους για όλα τα άλλα εκτός από αυτόν.

Αυτή, γυρνάει τους δρόμους χαμογελαστή τραγουδώντας από μέσα της κάνοντας παρέα με φίλους. Αυτή, τα Σαββατοκύριακα παίζει θέατρο και αποσπά πολλά χειροκροτήματα. Αυτή, στα καμαρίνια αποσπά φιλοφρονήσεις, συγχαρητήρια και ίσως κάποια τηλέφωνα. Αυτή, απολαμβάνει την προσοχή ενός μυημένου στον χώρο φιλοθεάμονος κοινού που ξέρει τι βλέπει και γιατί. Αυτή, έχει ένα βλέμμα που καρφώνει στο σταυρό και τους πιο αθώους περαστικούς, μη αφήνοντας τους περιθώρια σκέψης. Αυτή, ξέρει τι κάνει και πώς. Αυτή, παίζει επικοινωνιακά με τον κόσμο που συναναστρέφεται και κερδίζει στα σημεία.

Αυτή, του έκλεισε μια νύχτα Σαββάτου το μάτι από το σανίδι, όταν αυτός καθόταν πίσω δεξιά. Αυτός, ήξερε πως ήταν γι’ αυτόν παρόλο που δεν μπόρεσε ποτέ να το δικαιολογήσει. Αυτός, ξεκίνησε να τρέφεται με αυταπάτες, να πίνει μπύρα το μεσημέρι, να ηχογραφεί τις παραστάσεις και να τις ακούει στη δουλειά υπό τα ειρωνικά σχόλια και τους χλευασμούς της ομορφούλας του δίπλα γραφείου, να κατεβάζει φωτογραφίες της από το ίντερνετ και να χαμογελά αμήχανος κάθε φορά που την βλέπει περιμένοντας αυτή να του κλείσει ξανά το μάτι.
*To post κοσμείται από το
"Jeanne Hebuterne"
του Amedeo Modigliani.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Πάντα



Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί στο λεωφορείο αποτελούσε πάντα την τελευταία επιλογή διπλανού. Πάντα. Θα έμπαινε στο άδειο όχημα πάντα στην αφετηρία και θα καθόταν μόνος του δίπλα στο παράθυρο της αριστερής πλευράς. Θα θυμόταν πάντα το εισιτήριο εκ των υστέρων και θα σηκωνόταν να το χτυπήσει βιαστικά, μην τύχει και κάποιος ξαφνικά του πάρει τη θέση. Θα παρατηρούσε τον κόσμο ενώ έμπαινε σταδιακά από τις στάσεις. Γριές με τσάντες νάιλον, παιδιά με φασαρία, ανόητοι με ύφη ψευτοάνετα, μελαψοί Πακιστανοί με χτενισμένα μαλλιά και πουκάμισα εξόδου Κυριακής, κοπέλες όμορφες με βλέμματα καρφιά. Οι όμορφες κοπέλες θα τον μελαγχολούσαν πάντα μέχρι τα βαθειά του γεράματα- όχι γιατί δεν θα μπορούσε να τις αποκτήσει.

Θα ξεχνιόταν παρακολουθώντας τις γραμμές του πεζοδρομίου να ρευστοποιούνται σε παρδαλούς σχηματισμούς και τις συνοικίες των τσιμεντένιων παραδείσων ενός καταναγκαστικού, ενός μεταναστευτικού, ενός αστικού κι ενός κομπλεξικού ονείρου (ανάλογα) να τρέχουν βιαστικά προς τα εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Θα ζήλευε όσους τα κατάφεραν με κόπο και θα θαύμαζε όσους δεν χρειάστηκε να κοπιάσουν αλλά ωστόσο κατάφεραν ένα βήμα πιο κει.

Θα συνερχόταν από ένα απότομο φρενάρισμα δύο στάσεις πριν το δικό του τέρμα και θα έβλεπε τον κόσμο που περίσσεψε, όρθιο και γαντζωμένο στις βρώμικες χειρολαβές. Θα έβλεπε το διπλανό του κάθισμα πάντα άδειο. Θα αναρωτιόταν αν ο ίδιος μυρίζει άσχημα ή αν έχει υποκοσμικό βλέμμα πρεζάκια ή παλιοαλβανού και αφού θα απέρριπτε και τα δύο ενδεχόμενα θα αναρωτιόταν εκ νέου. Θα σκεφτόταν θεωρίες που θέλουν τον κόσμο εμποτισμένο με μια παράξενη, μεταφυσική ροπή προς τα μακριά του, θεωρίες υποψιασμένες πως κάτι δεν πάει καλά με αυτόν εκεί, ακόμα και θεωρίες για ζωώδη ένστικτα που μυρίζονται και αποστρέφονται κατά περίσταση.

Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί στο λεωφορείο αποτελούσε πάντα την τελευταία επιλογή διπλανού. Ωστόσο εκείνη τη στιγμή θα άκουγε από το ραδιόφωνο του κινητού το τραγούδι που πριν από χρόνια τον οδήγησε με 160 χιλιόμετρα την ώρα μέσω της Συγγρού σ’ εκείνη την παράνοια. Θα έσκαγε ένα χαριτωμένο χαμόγελο και θα καταστάλαζε ικανοποιημένος πως τόσον καιρό το κάθισμα δίπλα του έμενε πάντα αδειανό, μην τύχαινε κι επιβιβαζόταν εκείνη από το πουθενά.

(Μάταια)

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008



Τι κάνεις όταν δε σε καταλαβαίνουν;
Τι κάνεις όταν σου βάζουν τελεσίγραφα;
Τι κάνεις όταν σε καταπιέζουν και νιώθεις να πνίγεσαι;
Τι κάνεις όταν δεν είσαι έτοιμη για το επόμενο βήμα;
Τι κάνεις όταν δεν θέλεις να λες ψέματα;
Τι κάνεις αν δεν είσαι ευτυχισμένη κι απλά το αφήνεις να συμβαίνει;

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Raven


Raven by Zwir

Ας αντιστρεψουμε τα πραγματα για μια στιγμη

για να δεις οτι μπορω να μπω μεσα σου ολοκληρος

και να δω μεσα απο σενα.

Πως θα αντιδρασει ο επομενος

μπροστα στη θεα του σωματος σου.

Δε θα αισθανθεις περιεργα που πριν απο λιγο ηταν καποιος αλλος

κι οχι αυτος.

Παρακατω θα δεις μια φανταστικη συζητηση μας

οι απαντησεις σου ειναι δικες μου

στην ουσια ειναι ενας δικος μου μονολογος.


Για να παιξουν με τους ιδιους κανονες

θα αφαιρεσει απο πανω του το πιο ερωτικο του σημειο

ενα-ενα τα νυχια του θα αφησουν την υγρη επιδερμιδα

να ανασανει

μεσα απο μια μικρη επικαλυψη μιγματος

απο αιμα, λιπος και πυο.





-Δεν έμαθες;
-Να μάθω τι;
-...
-Έλα πες μου! Πες!
-Έφυγε. Η Λι " έφυγε".
-Πως; ;;;
-Να! Κοίτα το γράμμα που άφησε για σένα. Μόνο.. συγχώρα τη.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Unbearable lightness of being by Antonina

Οταν θα μεινουμε ο καθενας μονος

θα αρχισουμε να εχουμε παραισθησεις,

μην υποκυψεις σε σειρηνες, τυψεις και μορφινες.

Θα προσπαθω να σε κανω να φαινεσαι ασχημη.

Θα θυμασαι ολους τους παλιατσους της παιδικης σου ηλικιας,

ολους σου τους εραστες

και θα μου δωσεις απλα εναν απο τους ρολους.